Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Μετά θάνατον ζωή: «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται»




 
 
Η  ΜΕΤΑ  ΘΑΝΑΤΟΝ  ΖΩΗ
 
«ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται»
 
 
 [...]  Ξαφνικά ακούστηκε κάποιος θόρυβος και με κραυγές και γέλια άρχισε γρήγορα να μας πλησιάζει ένα πλήθος κάποιων απαίσιων Όντων.
«Δαίμονες!» σκέφτηκα. Το κατάλαβα μάλιστα πάρα πολύ γρήγορα και με έπιασε κάτι σαν τρόμος πού μέχρι τότε μου ήταν άγνωστος. Δαίμονες! Φαντάζομαι πώς ειρωνευόμουν και γελούσα αν κάποιος, λίγες μέρες, ακόμα και λίγες ώρες, νωρίτερα θα μου έλεγε ότι πιστεύει στην ύπαρξή τους και είδε με τα μάτια του τούς δαίμονες!
 Ως μορφωμένος άνθρωπος του τέλους του δεκάτου ενάτου αιώνα, με το όνομα αυτό, θεωρούσα τις κακές συνήθειες και τα πάθη του ανθρώπου. Γι' αυτό και η λέξη αυτή δεν ήταν για μένα όνομα αλλά ένας όρος πού δηλώνει κάποια αφηρημένη έννοια και ξαφνικά αυτή «η αφηρημένη έννοια» παρουσιάστηκε μπροστά μου σαν ζωντανό πρόσωπο! Και σήμερα ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω πώς και γιατί τότε αμέσως χωρίς καμία αμφιβολία αναγνώρισα στο πρόσωπό τους τούς δαίμονες. Είναι όμως σίγουρο ότι ο χαρακτηρισμός τους σαν δαίμονες ήταν για μένα τότε κάτι το τελείως παράλογο διότι, αν έβλεπα ένα τέτοιο θέαμα κάποια άλλη στιγμή, σίγουρα θα έλεγα ότι αυτό είναι μία μορφοποιημένη φαντασία, με απλά λόγια θα έλεγα οτιδήποτε άλλο εκτός από δαίμονες. και δεν θα τούς καλούσα μ' αυτό το όνομα, επειδή, όπως είπα, δεν το θεωρούσα όνομα αλλά έναν όρο πού δηλώνει κάτι πού ούτε καν μπορούμε να το δούμε. Τότε όμως τόσο γρήγορα κατάλαβα ότι είναι δαίμονες, και το πράγμα αυτό ήταν για μένα τόσο φανερό, πού δεν υπήρξε λόγος ούτε και να το σκεφτώ. Σαν να αντίκρισα κάτι πού το ξέρω πολύ καλά από παλιά. Και επειδή, όπως έλεγα, τότε ο νους μου ενεργούσε πάρα πολύ γρήγορα, γι' αυτό και γρήγορα κατάλαβα ότι αυτή η απαίσια όψη αυτών των όντων δεν ήταν ο πραγματικός τους εαυτός αλλά ένα τρομερό προσωπείο πού το φορούσαν πιθανώς με σκοπό να με τρομοκρατήσουν περισσότερο. Τότε ξύπνησε η υπερηφάνειά μου. Αισθάνθηκα ντροπή και για τον εαυτό μου και για τον άνθρωπο γενικά, πού αυτά τα πλάσματα για να τον φοβερίσουν αυτόν πού τόσο μεγάλη ιδέα έχει για τον εαυτό του, χρησιμοποιούν τέτοιους τρόπους πού εμείς τούς χρησιμοποιούμε μόνο για τα μικρά παιδιά. Αφού μας περικύκλωσαν από όλες τις πλευρές οι δαίμονες φώναζαν και απαιτούσαν από τούς αγγέλους να με παραδώσουν σ' αυτούς. Προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να με αρπάξουν από τα χέρια τους, αλλά δεν τολμούσαν να το κάνουν. Από τις αισχρές κραυγές και τα ουρλιάσματα πού έβγαζαν ξεχώριζα κάποιες λέξεις και μερικές φορές και ολόκληρες τις φράσεις. - Είναι δικός μας, αρνήθηκε τον Θεό, - ξαφνικά φώναξαν όλοι με μία φωνή και ταυτόχρονα όρμησαν πάνω μου. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου. «Είναι ψέμα! αυτό δεν είναι αλήθεια!», ήθελα να τούς απαντήσω. Όταν ξαναβρήκα τον εαυτό μου, και όμως η μνήμη μου έδεσε την γλώσσα. με έναν τρόπο ακατανόητο θυμήθηκα ξαφνικά ένα ασήμαντο περιστατικό πού συνέβη τόσο παλιά, την εποχή πού ήμουν νέος, και πού το ξέχασα σχεδόν εντελώς.[...]
K. UEKSELL, (UNBELIEVABLE FOR MANY BUT ACTUALLY A TRUE OCCURRENCE)
 «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν...»
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
 
   Με τα απαισιότερα συναισθήματα αντιμετωπίζεται συνήθως ο θάνατος. Ο πολιτισμός μας, για τον οποίο τόσο καυχόμαστε, δεν μας έχει εξοικειώσει με την μεγαλύτερη και τραγικότερη πραγματικότητα στη ζωή μας, τον θάνατο. Ούτε μας έχει συμφιλιώσει μαζί του. Γι' αυτό λείπει στη σημερινή κοινωνία μία ρεαλιστική φιλοσοφία του θανάτου. Βέβαια, σ' αυτό συντρέχουν διάφοροι λόγοι. Ο ολιγόπιστος φοβάται τον θάνατο, διότι βλέπει την ανετοιμότητά του να τον υποδεχθεί. Ο άπιστος ή άθεος, που στηρίζει όλες τις ελπίδες του στον κόσμο αυτό, βλέπει τον θάνατο σαν καταστροφή. Γι' αυτό αποφεύγει να μιλεί για τον θάνατο ή χλευάζει τον θάνατο, αλλά στο βάθος τον φοβάται. Όπως τον φοβούνται οι οικονομικά εύρωστοι, διότι θα τους κάμει να χάσουν όσα έχουν, αλλά και οι προλετάριοι του κόσμου μας, μολονότι διατείνονται, ότι βλέπουν τον θάνατο σαν σωτηρία. Διότι γι' αυτούς, κυρίως, ισχύει ο λόγος του Δ. Σολωμού: «Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα».

  Για τον χριστιανό, όμως, και μάλιστα τον πατερικό, δηλαδή τον ορθόδοξο, το μυστήριο του θανάτου έχει λυθεί. Η Σφίγγα του θανάτου διέκοψε τη σιωπή της. Το αίνιγμα, που τόσο απασχόλησε το ανθρώπινο πνεύμα και μόνον η σωκρατική-πλατωνική μεγαλοφυΐα μπόρεσε να ψαύσει στον «Φαίδρο», έχει πια εξιχνιαστεί και απομυθευθεί. Μένει, βέβαια, και για τον χριστιανό ο θάνατος «μυστήριο». «Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον» -ψάλλουμε στη νεκρώσιμη ακολουθία. Το μυστήριο όμως δεν έγκειται στην ύπαρξή του, αλλά στις συνέπειές του: «πώς η ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται...»! Η συμμετοχή του πιστού στο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού βοηθά στην κατανόηση του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Η ζωή είναι δώρο του Θεού, που δημιούργησε τα πάντα «εξ ουκ όντων» (από το μηδέν) και μας έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Ο θάνατος, εξάλλου, είναι έξω από τη θέληση του Θεού. Δεν είναι φυσική κατάσταση, αλλά συνδέεται με το τραγικό γεγονός της αμαρτίας, της αστοχίας του ανθρώπου να μένει στην κοινωνία του Θεού. «Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν», «φθόνω διαβόλου εισήλθεν θάνατος εις τον κόσμον». Ο Θεός επέτρεψε τον θάνατό μας, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται»

Αυτή είναι η θεολογική ερμηνεία του θανάτου από τους Αγίους μας, τους αληθινούς θεολόγους. Η αμαρτία, ως πτωτικό γεγονός, αδρανοποίησε και νέκρωσε, τελικά, τη ζωή μας, που είναι η ενοίκηση του Θεού στην καρδιά μας, το κέντρο της ύπαρξής μας. Αυτός ο «χωρισμός» από την άκτιστη χάρη του Θεού είναι ο πνευματικός θάνατος, που προκάλεσε και τον σωματικό-βιολογικό θάνατό μας. Στον πνευματικό θάνατο πρέπει να ζητηθεί η αιτία και του σωματικού θανάτου. Θρήνος, λοιπόν, κατά την κήδευση κάποιου αγαπητού μας προσώπου («Θρηνώ και οδύρομαι, όταν νοήσω τον θάνατον...», ψάλλουμε) δεν συνδέεται με τον πρόσκαιρο χωρισμό μας, αλλά με την αιτία που προκάλεσε τον θάνατό μας, την αμαρτία.

Ο σωματικός θάνατος είναι διάσπαση της αρμονικής σχέσης και συλλειτουργίας ψυχής και σώματος, ώς τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Η ανθρώπινη σάρκα νεκρώνεται, φθείρεται και, επιστρέφοντας στο χώμα, διαλύεται. Η ψυχή όμως δεν φθείρεται, ούτε διαλύεται, διότι ο Θεός την δημιούργησε πνευματική. Περιμένει το «κέλευσμα» (παράγγελμα) του Χριστού κατά τη Δευτέρα Παρουσία του (Α' Θεσσ. 4, 16), για να ξαναενωθεί με το αναστημένο σώμα και να ζήσει αιώνια μαζί Του, σε μιαν άλλη ζωή, που θα είναι όμως αιώνια συνέχεια της γήινης ύπαρξής μας. Ο «νόμος της αφθαρσίας» ισχύει απόλυτα στο δημιουργικό έργο του Θεού. Τίποτε δεν χάνεται από αυτό. Γι' αυτό κάθε στιγμής της παρούσας ζωής έχει για τον χριστιανό σωτηριολογική σημασία, διότι από τον τρόπο που τη ζούμε κρίνεται η σωτηρία μας, η κατάστασή μας στη μετά θάνατον ύπαρξή μας (βλ. Β' Κορ. 6, 7).

   Ο Χριστός, με όλο το σωτήριο έργο Του, επιφέρει την πλήρη άρση όλων των συνεπειών της πτώσης. Συντρίβει την αμαρτία πρώτα στη δική Του αναμάρτητη φύση, που δεν νικιέται από τη θανατηφόρο δύναμη της αμαρτίας, αλλά και πάνω στον Σταυρό Του, στον οποίο θανάτωσε τη δική μας αμαρτία, την αμαρτία όλου του κόσμου (Ιω., 1, 29). Ο Θεός δεν ενεργεί τιμωρητικά, όπως απαιτούσε ο ανθρώπινος νόμος, αλλά ως σωτήρας και απελευθερωτής του ανθρώπου από τη δουλεία της αμαρτίας, όπως επιβάλλει ο δικός Του νόμος. Δεν τιμωρεί, συνεπώς, τους αμαρτωλούς, όπως συνέβη με τον κατακλυσμό στην Παλαιά Διαθήκη (Γεν. κεφ. 8), αλλά την αμαρτία, όπως ο καλός γιατρός δεν ζητεί τον θάνατο του ασθενούς, αλλά της νόσου. Γι' αυτό στη Θεία Λειτουργία ονομάζεται ο Χριστός «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών».

Η Ανάσταση του Χριστού είναι η κορύφωση της νίκης Του πάνω στην αμαρτία μας και γι' αυτό νοηματοδοτεί όλη την ύπαρξή μας. Ενώ η ιστορία του κόσμου βαδίζει προς ένα τέλος, ο άνθρωπος στο φως της Αναστάσεως αποδεικνύεται χωρίς τέλος. Διότι στο όριο ιστορίας και μεταϊστορίας βρίσκεται ο Νικητής του Θανάτου, ο Χριστός, ο Οποίος «θανάτω επάτησε τον Θάνατον» και μεις «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν», τον θάνατο του Θανάτου.

Ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού είναι η νίκη πάνω στον Θάνατο. Έξω από τη σχέση μας με τον Χριστό, ο θάνατος γίνεται φοβερός και αδυσώπητος. Με τον αναστάντα Χριστό ο Θάνατος απομυθοποιείται. Καταλύεται η παντοδυναμία του (Εβρ. 2,14). Ο Χριστός κατήργησε το φόβητρο του θανάτου, ώστε χριστιανικά ο θάνατος να νοείται ως η αληθινή γέννηση και αναμονή της κοινής ανάστασης. Κατανοείται, έτσι, το παράδοξο: ενώ ο «κόσμος» γιορτάζει γενέθλια, εμείς οι χριστιανοί πανηγυρίζουμε την «μνήμην», την κοίμηση, των Αγίων μας. Διότι η ημέρα του θανάτου για τον αυθεντικά χριστιανό είναι η αληθινή γέννησή μας («γενέθλιος ημέρα») στην αληθινή ζωή.

  Ο ορθόδοξος πιστός, όμως, ζει τις περίεργες για τον χωρίς Θεό πραγματικότητες, μετέχοντας στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Δεν αρκεί γι' αυτό το τυπικό βάπτισμα. Χρειάζεται μετοχή στην εν Χριστώ ζωή και ύπαρξη. Στα όρια αυτής της ζωής ο πιστός πεθαίνει κάθε στιγμή της ζωής του, νεκρώνεται, με την άσκηση και την πνευματική ζωή για τον κόσμο, για να ζήσει μέσα στη Χάρη του Θεού, που είναι η «αιώνιος ζωή». Γι' αυτό μας διδάσκουν οι μοναχοί μας, οι αυθεντικοί πιστοί: «Εάν πεθάνεις, πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις»! Ο λόγος του Χριστού «ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη ζήσεται» (Ιωάνν. 11, 25) σημαίνει, ότι η μέσω του βαπτίσματος και της πνευματικής ζωής ένωσή μας μαζί Του, μας συνδέει και πάλι με τη γεννήτρια της ζωής, την πηγή της ζωής, που είναι Αυτός. Μας επαναφέρει στην κοινωνία και σχέση με τον Θεό, που ζωοποιεί τον θάνατό μας και μεταμορφώνει σε Ζωή δική Του τον καθημερινό θάνατό μας. Χωρίς να είναι, συνεπώς, κανείς ζωντανό μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, δεν μπορεί να ζήσει αληθινά, να μετέχει της ζωής του Χριστού. Ο απλά βαπτισμένος έχει τις δυνατότητες και προϋποθέσεις μετοχής σ' αυτή τη ζωή, αλλά δεν σημαίνει ότι μετέχει σ' αυτήν, αν δεν μετέχει στην άσκηση και την εμπειρία των αγίων μυστηρίων. «Ουχ ότι άπαξ γεγενήμεθα του σώματος», λέγει ο ι. Χρυσόστομος. Δεν τελειώνουν, δηλαδή, όλα όσον αφορά τη σωτηρία, με το βάπτισμα. Με αυτό αρχίζουν. Το βάπτισμα είναι το άνοιγμα της πύλης, αλλά πρέπει να διαβεί την πύλη κανείς και να ζήσει εν Χριστώ.

Αγ.Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου: Περί της Ανάστασης




 
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
 Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν
Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου.


Καί πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως. Λέχθηκε μετά τό Πάσχα, τή Δευτέρα τῆς δευτέρας ἑβδομάδος τοῦ Πάσχα.
1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση.
2. Ἀλλά ἄς δοῦμε, ἐάν νομίζετε, καί ἄς ἐξετάσομε καλῶς, ποιό εἶναι τό μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, τό ὁποῖο γίνεται μυστικῶς πάντοτε σέ ἐμᾶς πού θέλομε, καί πῶς μέσα μας ὁ Χριστός θάπτεται σάν σέ μνῆμα, καί πῶς ἀφοῦ ἑνωθεῖ μέ τίς ψυχές, πάλι ἀνασταίνεται, συνανασταίνοντας μαζί του καί ἐμᾶς. Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ λόγου.
3. Ὁ Χριστός καί Θεός μας, ἀφοῦ ὑψώθηκε στό σταυρό καί κάρφωσε (Κολ. 2, 14) σ᾿ αὐτόν τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου (Ἰω. 1, 25) καί γεύτηκε τό θάνατο (Ἐβρ. 2, 9), κατῆλθε στά κατώτατα μέρη τοῦ ἅδη (Ἐφ. 4, 9, Ψαλ. 85, 13). Ὅπως λοιπόν ὅταν ἀνῆλθε πάλι ἀπό τόν ἅδη εἰσῆλθε στό ἄχραντό Του σῶμα, ἀπό τό ὁποῖο ὅταν κατῆλθε ἐκεῖ δέν χωρίσθηκε καθόλου, καί ἀμέσως ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί μετά ἀπ᾿ αὐτό ἀνῆλθε στούς οὐρανούς μέ δόξα πολλή καί δύναμη (Ματθ. 24, 30, Λουκ. 21, 27), ἔτσι καί τώρα, ὅταν ἐξερχόμαστε ἐμεῖς ἀπό τόν κόσμο καί εἰσερχόμαστε μέ τήν ἐξομοίωση (Ρωμ. 6, 5, Β´ Κορ. 1, 5, Φιλ. 3, 10) τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στό μνῆμα τῆς μετάνοιας καί ταπεινώσεως, αὐτός ὁ ἴδιος, κατερχόμενος ἀπό τούς οὐρανούς, εἰσέρχεται σάν σέ τάφο μέσα στό σῶμα μας καί, ἑνούμενος μέ τίς δικές μας ψυχές, τίς ἀνασταίνει, ἀφοῦ αὐτές ἦταν ὁμολογουμένως νεκρές, καί τότε δίνει τή δυνατότητα, σ᾿ αὐτόν πού ἀναστήθηκε ἔτσι μαζί μέ τόν Χριστό, νά βλέπει τή δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Τα πάθη και η απάθεια στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

 

 Η Αγία μας Εκκλησία τιμά σήμερα, Β’ Κυριακή των Νηστειών, την μνήμη ενός μεγάλου Θεολόγου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Τιμούμε την μνήμη του δύο φορές τον χρόνο. Πρώτη στις 14 Νοεμβρίου, που είναι η ημέρα της οσιακής του κοίμησης το έτος 1359, και δεύτερη την σημερινή Κυριακή της Μ.Τεσσαρακοστής, την πρώτη μετά την μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας επειδή η νίκη επί των θεωριών του Βαρλαάμ θεωρείται εφάμιλλη της νίκης κατά των εικονομάχων. Τόσο σπουδαία θέση έχει η σημερινή ημέρα για την ζωή της Εκκλησίας. 
Θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε το θέμα μας σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα μέρη θα τα περιέλθουμε σε συντομία και αφορούν βιογραφικά στοιχεία του Αγίου και την ησυχαστική έριδα και στο τρίτο και κυριότερο μέρος θα αναπτύξουμε την διδασκαλία του Αγίου για τα πάθη και την απάθεια με τα οποία, ως θεολόγος, ασχολήθηκε σχεδόν σε όλα του τα έργα. 
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από αριστοκρατική οικογένεια. Σπούδασε στην Βασιλεύουσα κοντά στον διάσημο δάσκαλο-φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη. Κατά την διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε για την άριστη κατάρτισή του στην αριστοτελική φιλοσοφία που φαίνεται και από την χαρακτηριστική παρατήρηση του δασκάλου του, που μετά από ομιλία του Γρηγορίου μπροστά στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, είπε: «Και ο Αριστοτέλης αν τον άκουγε, θα τον επαινούσε». Διέκοψε όμως τις σπουδές του για να επιδοθεί με μεγαλύτερη αφοσίωση στην άσκηση. Αποσύρθηκε στο γειτονικό μας Παπίκιο Όρος, όπου υπήρχαν αξιόλογα μοναστικά κέντρα και μυήθηκε στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Μετά το Παπίκιο αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1347 μετά από τετράχρονη φυλάκιση, δικαιωμένος για την θεολογία του όσον αφορά την νοερά προσευχή, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. 
Στο θεολογικό του έργο κυρίαρχη θέση έχει η σύγκρουσή του με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, Έλληνα μοναχό της Κάτω Ιταλίας, ο οποίος δίδασκε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και να ενωθεί μαζί Του. Επομένως κατηγορούσε τους ησυχαστές μοναχούς οι οποίοι δίδασκαν ότι ο άνθρωπος αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», μπορεί να ενωθεί με τον Θεό.
Η θέση του Γρηγορίου αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης Παράδοσης η οποία λέει ότι ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους, κατά την ουσία του και κατά τις ενέργειές του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει την ουσία του Θεού, μπορεί όμως να τον γνωρίσει και να ενωθεί μαζί του μέσα από τις άκτιστες ενέργειές του. Ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω της ασκήσεως και της προσευχής και όχι μέσω της φιλοσοφίας και του διανοητικού στοχασμού όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ. Η αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει διανοητικό αντικείμενο. Η φιλοσοφία δεν είναι προϋπόθεση θεογνωσίας. Για τον Παλαμά και για την Εκκλησία μας η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμάτων και αγραμμάτων, όπως άλλωστε υποστήριζε και ο Μ. Αντώνιος.
Ας ασχοληθούμε με το κυρίως θέμα που άφορα τα πάθη και την απάθεια, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διεξοδικά αναφέρεται σ' όλους σχεδόν τους λόγους και τις ομιλίες του. 
Ευθύς εξ αρχής πρέπει να αναφέρουμε ότι ή πλούσια αποστολικό-πατερική του πείρα δεν αφήνει περιθώρια να θεωρήσουμε ότι ή διδασκαλία του για τα πάθη του ανθρώπου και την απεγκλώβιση απ' αυτά είναι προϊόν κάποιας ψυχολογικής γνώσεως ή καρπός στοχαστικών και φανταστικών επινοήσεων, αλλά μιάς βαθιάς Αγιοπνευματικής εσωτερικής εμπειρίας που αποκτήθηκε από την πολυχρόνια ασκητική βίωση και μοναχική παράδοση κυρίως στο Άγιο Όρος. Έτσι είναι έξω από την ηθικιστική εκείνη θεώρηση της πνευματικής ζωής που προσπάθησαν στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα μερικοί να παρουσιάσουν στο χώρο της Ορθοδοξίας. Από τις προσωπικές του μάχες κατά των παθών και των δαιμόνων που τα υποκινούν, αλλά και από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην καθαρή του ψυχή, μάς παρέδωσε την μαρτυρική πληροφορία ότι "μαρτυρίου στέφανον λήψεται ό τα πάθη δι' αρετής τροπωσάμενος". 
Μέσα από τα κείμενα του λοιπόν θα παρακολουθήσουμε την φθοροποιό και θανατηφόρο ενέργεια των παθών που δι' αυτών "τυπουται σκότος νοερόν" στην ψυχή, την απομακρύνει από τη ζωή, που είναι το θείο φως της, και τής επιφέρει τον θάνατο της, που είναι και ο πραγματικός θάνατος, που τον ονομάζει ο άγιος "σκότος πονηρόν" και προκαλεί λύπη αφόρητη.
Επίσης στα κείμενα του διδάσκει πώς να υπερβαίνει κανείς τα πάθη και τα θανατηφόρα αποτελέσματα τους και πώς να αποκτά με την συνεχή στροφή του λογισμού γύρω από τα θεία τις αρετές και εν συνεχεία πώς η ενάρετη ψυχή παραλαμβάνεται από τη Χάρη του Αγίου πνεύματος και οδηγείται στα απόρρητα εκείνα αγαθά "α οφθαλμός εμπαθούς και αμελούς ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου τοιούτου ουκ ανέβει".
Τόσο πλούσιο υλικό βγαίνει μέσα από τα κείμενα του. Θα προσπαθήσουμε ωστόσο, να παρουσιάσουμε τα κεντρικότερα σημεία τής πνευματικής του εμπειρίας ώστε να κατανοήσουμε κατά το δυνατόν τον τρόπο με τον όποιο διαδίδονται τα πάθη στον άνθρωπο και τις βασικές προϋποθέσεις που χρειάζεται κανείς να φθάσει στη πνευματική απάθεια. 
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας την συμφωνία της παραδόσεως των Πατέρων ότι τα πάθη δεν είναι μέρος τής ανθρώπινης φύσεως και δεν αποτελούν απ' αρχής φυσικά στοιχεία της, αναφέρει ότι είναι κινήσεις και πράξεις ξένες προς την κατά φύσιν ζωή του άνθρωπου. "Διεστραμμέναι οδοί, το μίσος, το ψευδός, ο δόλος, ο φθόνος, η πλεονεξία, η υπερηφάνεια και τα παραπλήσια τούτοις", τα οποία όχι μόνο πραττόμενα, αλλά και "αγαπώμενα" και "μελετώμενα κατά νουν" αξιώνουν τον άνθρωπο "της θείας αποστροφής". Οι αιτίες που τα δημιουργούν, αναφέρει στον υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων λόγο του, είναι η "αμετρία" και η "παράχρηση". Π.χ. των πονηρών παθών που σχετίζονται με τη γεύση δεν είναι η τροφή αιτία, "αλλά η αμετρία ταύτης ο εστίν η τρυφή". Δηλαδή η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η πολυποσία, η μέθη. Όταν ο άνθρωπος αρνείται την κατά φύσιν ζωή και την φυσική αναφορά του και σχέση του με τον Θεό και δια των αισθήσεων του εκπίπτει στην εμπαθή προσκόλληση του κόσμου, κάνει "παράχρηση των δυνάμεων της ψυχής του" απ' όπου αναπόφευκτα φύονται τα μυσαρά και βδελυκτά πάθη. 
Επομένως η "αμετρία" και η "παράχρηση" έχουν αρχή πρώτον στην απάτη του πονηρού και δεύτερον στη σύμπραξη τής βουλήσεως του ανθρώπου μ' αυτόν. Αυτή λοιπόν η απατηλή και φθονερή ενέργεια του διαβόλου και η εκούσια άγνοια του Θεού δημιουργούν την υπερβολική προσήλωση στον αισθητό κόσμο που εν συνεχεία γεννά την εμπαθή αγάπη σ' αυτόν και γεμίζει τη ζωή του άνθρωπου από παθιασμένες ενέργειες δημιουργώντας αμαρτία, που ονομάζεται "φρόνημα της σαρκός". 
Την αρχή της εμφανίσεως των παθών ο άγιος Γρηγόριος την ανάγει στο γεγονός της πτώσεως, όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες τής Εκκλησίας. Η εσφαλμένη αυτή κατεύθυνση τής ψυχής τους επέφερε πολλά και θλιβερά αποτελέσματα σε όλο τον ψυχοσωματικό εαυτό τους, αλλά και σε όλους τούς απογόνους τους. Δημιούργησε την διαστροφή και τη σύγχυση των δυνάμεων τής ψυχής και γέννησε τις παρά φύσιν και πονηρές επιθυμίες του σώματος.  
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας τη διαίρεση της ψυχής του Πλάτωνα διακρίνει σ' αυτή τρεις δυνάμεις: το λογισμικό, το θυμικό και το επιθυμητικό, δηλ. η ψυχή έχει λογισμό, θυμό και επιθυμία. Νοσεί ο άνθρωπος και στα τρία αυτά λέγει. Η αρχή της νόσου προέρχεται από το επιθυμητικό, ανεβαίνει στο θυμικό και καταλήγει στο λογιστικό, όπου δια του εθισμού παγιώνεται και συντηρείται η νόσος. Οι επιθυμίες που δόθηκαν από τον Θεό να ζουν οι άνθρωποι δεν είναι ασφαλώς υπαίτιες. Γι αυτό είναι σύμφυτες με εμάς εξ απαλών ονύχων. Η φιλαργυρία όμως που φυτρώνει λίγο αργότερα φαίνεται ότι είναι η αρχή όλων των κακών όχι από τη φύση αλλά από την προαίρεση. 
Τα πάθη που γεννώνται από την "φιλοϋλίαν" δεν έχουν καμιά δυνατότητα "προς αγαθοεργίαν". Η αδυναμία προσκτήσεώς τους ξεσηκώνουν το θυμικό και προκαλούν την οργή και το θυμό, οπότε θηριοποιούν τον άνθρωπο, και η συγκέντρωση υλικών αγαθών τον καθιστά άφρονα, επειδή δεν μπορούν να τον βοηθήσουν σε τίποτε ούτε να του εξασφαλίσουν τη ζωή. Του επιτείνουν την επιθυμία προς πλουτισμό προφασιζόμενος συνεχώς την "πτωχείαν" και παραχώνουν σε χρυσωμένο χώμα, πριν από το φυσικό θάνατο, τον νουν του ζωντανού ανθρώπου, όπου του αλλάζουν τα φρονήματα και τον καθιστούν αντί για φιλόθεον και φιλάνθρωπον, φίλαυτον. Και στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, λέγει ο άγιος, το πρώτο όργανο που άνοιξε τη θύρα των παθών στην ανθρώπινη υπόσταση είναι το επιθυμητικό της ψυχής. 
Μετά λοιπόν την φιλοϋλία που είναι το πρώτο γέννημα της πονηράς επιθυμίας εμφανίζεται και το δεύτερον. Αυτό είναι η φιλοδοξία. Τη χωρίζει σε δυο κατηγορίες: την πρώτη, την κοσμική κενοδοξία, που προσβλέπει "εις καλλωπισμούς σωμάτων και πολυτελείας ενδυμάτων", και τη δεύτερη, τη θρησκευτική κενοδοξία, που επιτίθεται σ' αυτούς που διακρίνονται στην αρετή. Δι' αυτής συνεπάγεται κατά τον Γρηγόριο ότι «η περηφάνια και η υποκρισία είναι δυνατόν να καταστρέψει και να διασκορπήσει τον πνευματικό πλούτο». 
Υπάρχει και τρίτο γέννημα της "κακώς εχούσης επιθυμίας" που είναι η γαστριμαργία απ' την οποία προέρχεται η σαρκική ακαθαρσία. 
Οι προεκτάσεις λοιπόν της νοσηρότητας του επιθυμητικού τής ψυχής επιδρούν στο θυμικό και εν συνεχεία στο λογιστικό και επειδή η ψυχή είναι ενιαία στη διαδικασία της θεραπείας πρέπει όλα να τύχουν θεραπευτικής αγωγής, αρχής γεννώμενης από του επιθυμητικού. 
Η διάπραξη των παθών και η εξωτερίκευσή τους στηρίζεται στη νοσηρότητα του τριμερους της ψυχής, οπότε μετά την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και τη θεραπεία του όλου ανθρώπου μπορεί ο άνθρωπος να κρατήσει σε ισόρροπη θέση τις τρεις λειτουργίες της ψυχής προσφέροντας την εγκράτεια στο επιθυμητικό, την αγάπη στο θυμικό και τη διαρκή στροφή προς τον Θεό στο λογιστικό. Έτσι θα δειχθεί περίτρανα η πείρα και διδασκαλία των Πατέρων ότι η παρουσία των παθών σ' ολόκληρη την ψυχή ή στις επιμέρους λειτουργίες της είναι μια συνάντηση με κάποιον ξένο που έρχεται προς αυτή προς αλλοτρίωση και κατεξουσιασμό της και δεν έχει καμιά σχέση η δημιουργική ενέργεια του Θεού στην παραγωγή τους.
Ας δούμε τα είδη των παθών και την αλληλουχία τους. 
Τα πάθη κατά την διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά αν και είναι ποικίλα και πολύμορφα ωστόσο έχουν μεταξύ τους μια αλληλουχία. Εξαρτώνται και συνδέονται και μεταβιβάζουν την ενεργητικότητα τους γεννώντας άλλα. Επί παραδείγματι το πάθος της κενοδοξίας γεννά το φθόνο και πολλές φορές καταλήγει και στο φόνο. Από τον εγωϊσμό γεννιέται η υπερηφάνεια και η υποκρισία, ακόμη και η φιληδονία.
Στα έργα του Αγίου η πρώτη διάκριση γίνεται με βάση την προέλευση των παθών. Έχουμε λοιπόν πάθη που προέρχονται από τα "σωματικά αισθητήρια" που γεννούν όπως είδαμε "την φιλοκτημοσύνην και φιλαργυρίαν". Οι σωματικές αισθήσεις υποκινούνται από την φαντασία, όπου γεννώνται άλλες ηδονές και πάθη, όπως η φυσίωση και η αλαζονεία. Υπάρχουν δε και μικτά πάθη που είναι γεννήματα από την αίσθηση και τη φαντασία, όπως είναι η ανθρωπαρέσκεια, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια. 
Απ' όλες τις σωματικές αισθήσεις στέκεται ο άγιος στη γεύση. Αυτή, όταν δεν περιορίζεται στην κάλυψη της αναγκαίας για το σώμα τροφής, καταλήγει, όπως είδαμε, στην γαστριμαργία ή πολυποσία. Από τη γαστριμαργία σαν από βορβορώδη δεξαμενή αναδίδονται βδελυροί κρουνοί που αρδεύουν με πλούσιο υλικό τα σαρκικά και υπογάστρια πάθη, όπως είναι η πορνεία, η μοιχεία, η ακολασία, η ασέλγεια και "πάσα η της σαρκός ακαθαρσία". Αυτά αφού υποδουλώσουν και την ακοή και την δράση και την όσφρηση, καθιστούν ποθητά τα αισχρά λόγια, τα πορνικά άσματα, τα σατανικά χορεύματα. Έτσι χάνει τη σοφία ο νους που χορηγεί το άγιο Πνεύμα και κυριεύεται από ανοία. Εγκαταλείπει τον Θεό και γίνεται πλέον κτηνώδης ή δαιμονιώδης. "Νους γαρ αποστάς από του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης. Ταις σαρκικαις έπιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί και μέτρον ηδονής ου γινώσκει". 
Τα πάθη της φαντασίας είναι εκείνα που υποδαυλίζονται από το διάβολο. Τις περισσότερες φορές δεν υποκινούνται από εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά κατ' ευθείαν ο διάβολος ενεργεί δια των οκτώ γνωστών πειρασμών στο χώρο της φαντασίας, χωρίς πολλές φορές να τα συνειδητοποιεί. (ασπλαχνία, μίσος, ασυμπάθεια, μνησικακία, φθόνος κλπ.)
Σε μια άλλη κατηγορία ο άγιος εντάσσει τα λεγόμενα ελάχιστα και ασήμαντα πάθη που οδηγούν όμως σε άλλα σοβαρότερα. Π.χ. η ευτραπελία, η μωρολογία, η βωμολοχία είναι δυνατόν όχι μόνο να οδηγήσουν την ψυχή σε πιο σοβαρά ολισθήματα, επειδή είναι «υπέκαυμα και προτροπή προς πορνεία», αλλά και τα ίδια, όπως και τα μεγάλα, εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη της ψυχής και την πορεία της προς την τεθλιμμένη οδό της σωτηρίας. 
Μια οδυνηρή συνέπεια των παθών, που παρατηρείται στη ζωή του ανθρώπου, είναι ή στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό.  
Ο θάνατος είναι το "διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος και τη, αμαρτία συζηγήναι". Αυτός δε ο θάνατος, ο θάνατος της ψυχής, είναι ή εγκατάλειψη του Θεού. Το αίτιο δε της θείας εγκαταλείψεως δεν έχει τη γένεσή του στον Θεό, αλλά στην αμαρτία. Δηλαδή στην ελευθερία του ανθρώπου που ο Θεός ποτέ δεν παραβιάζει. Όχι μόνον ο θάνατος είναι συνέπεια της παραβάσεως και των απ' αυτήν εκφυομένων παθών, αλλά και η επίγειος ζωή. Λέγει χαρακτηριστικά: εξ αιτίας της αμαρτίας "ενεδύθημεν τους δερμάτινους χιτώνας, το νοσηρόν τούτο και θνητό και πολυώδυνο σώμα" και μετοικήσαμε στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο και καταδικαστήκαμε να ζούμε "πολύπαθη και πολυσύμφορον βίον". Και όπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αφού γυμνωθήκαμε από τα λαμπρά εκείνα ενδύματα "των θείων περιβολών", ενδυθήκαμε τις εφήμερες τρυφές, τιμές και δόξες της σαρκός. 
Κατά τον άγιο, ο διάβολος, ο νοητός αρχέκακος όφις, όπως τον ονομάζει, έχοντας αυτομολήσει στην κακία, στερείται της αληθινής ζωής και αφού δικαιως απωθήθηκε απ' αυτήν, γίνεται νεκρό πνεύμα όχι κατ' ουσία, επειδή η νεκρότης δεν έχει ουσία, αλλά "κατ' αποβολή της όντως ζωής". Και επειδή "ου κόρον λαμβάνει" την προς την κακία ορμή, καθίστα τον εαυτό του "νεκροποιόν πνεύμα". Και έτσι απ αρχής είλκυσε με δόλο τον άνθρωπο προς την "οικείαν νέκρωσιν". Ό ρόλος λοιπόν του διαβόλου έκτοτε είναι να προσεγγίζει τον άνθρωπο και με απατηλές υποσχέσεις να τον απομακρύνει από την αγαθότητα του Θεού και στο μέτρο που τον πείθει να του μεταδίδει στο σώμα και στην ψυχή του τα στοιχεία της νεκροποιού ενεργείας του, που είναι τα πάθη, και δι' αυτών να οδηγεί τη φύση του στη πολυσύμφορη και νεκροποιό κατάληξη. 
Ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς από τις προσωπικές του εμπειρίες που έχει για την πολεμική του διαβόλου λέγει, ότι ό σατανάς δεν υπαγορεύει απ' ευθείας την αμαρτία, μάλιστα όταν ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος με την Εκκλησία και τα μυστήρια, αλλά υποκλέπτει "πανούργος" την διάθεση του λέγοντας του ψιθυριστά: Και συ ζώντας μόνος σου χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού, ούτε να προσεχής τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς να αντιληφθείς το καθήκον και μόνος σου και να μην απομακρύνεσαι από το αγαθό. Έτσι, σιγά-σιγά τον αποσπά από την θεία επίβλεψη παραδίδοντας τον στα πονηρά έργα και στις πονηρές συνήθειες του κόσμου, όπου οι δαίμονες είναι "κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου". Αυτό το κάνει με μεγαλύτερη βία και μανία στους αγωνιζόμενους, ακόμη και στους υψηλά πνευματικός ισταμένους. Μόνον όταν ασφάλιση κανείς την ψυχή του με ύμνους και προσευχές προς τον Θεό, διδάσκει στον 51ο λόγο του ό άγιος, ό αντίπαλος δεν θα έχει θέση μέσα του. Θα απομακρυνθεί μαζί μ' αυτόν" και πάσα ή περί αυτόν φατρία των κακών". Θα κοσμηθεί ή ψυχή από τη συμμετρία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την πραότητα και την ταπείνωση και θα συνδέεται δια της αγάπης με τον Χριστό τον βασιλέα της ειρήνης και τους ανθρώπους, ζώντας ειρηνική και αστασίαστη ζωή. 
Για να εξέλθει κανείς από τη δουλεία των παθών και να επιστρέψει στην περιοχή της "ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού", χρειάζονται στην αρχή απαραιτήτως η μετάνοια και το πένθος. Ή μετάνοια είναι ή δυνατότητα που έδωσε ό Θεός στον άνθρωπο σ' αυτή τη ζωή να συνειδητοποίηση την εγκληματική πράξη του, το να εγκατάλειψη δηλαδή τον Δημιουργό του, και να επιστρέψει κοντά του. Εξ άλλου η προτροπή του Προδρόμου και αυτού του Χριστού στην αρχή κι όλας της δημοσίας δράσεως τους είναι το "Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών". 
Γι` αυτό και σε όλη την πατερική παράδοση η μετάνοια θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά και μόνιμο όπλο της ζωής του Χριστιανού, έως θανάτου για την θεραπεία, την πνευματική κατεύθυνση προς τον Θεό και την τελική άφιξη του σ ' Αυτόν. Γι’ αυτό χρειάζεται ισόβια μετάνοια δια της οποίας αποσπά «την άνωθεν ευσπλαγχνίαν». Από πουθενά άλλου δεν εξασφαλίζεται η ελπίδα της σωτηρίας και απαλλαγής από τα πάθη τόσο, όσο από την διαρκή μετάνοια. Σε πολλούς λόγους του ό άγιος είναι προτρεπτικός στα έργα της μετανοίας. Υποστηρίζει δε, ότι μαζί με το πνευματικό πένθος, μπορεί να φτάσει κανείς στα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα, που χαρακτηρίζουν τη ζωή των Αγίων.
Το κατά Θεόν πένθος είναι η μήτρα μέσα στην οποία κυοφορείται και μεταλλάσσεται ή ζωή τής μετανοίας Έχει δυο καταστάσεις: Μια οδυνηρή και μια ευφρόσυνη, απ’ τις οποίες χρειάζεται να περάσει ο Χριστιανός για να ζήση την αληθινή ζωή. Η οδύνη είναι ή επίγνωση του ότι "πολλά πταίομεν" και ή αναγνώριση, κατά την κατόπτευση του εσωτερικοί μας ανθρώπου "του ειδεχθούς προσωπείου". Αυτό γίνεται αισθητό περισσότερο κατά την ώρα της προσευχής που με κατάνυξη επικαλούμαστε το έλεος του Θεού. Η δε ευφροσύνη που εν συνεχεία αισθανόμαστε είναι ή γνώση τις "θεοφιλούς ενεργείας" που αναδημιουργεί την πεπτωκυία ψυχή και φέρνει τα καρποφόρα δάκρυα τής μετανοίας. Το κατά Θεόν πένθος είναι η λύπη που αισθάνονται οι αληθινοί Χριστιανοί α) για την έκπτωση από τον Παράδεισο, και β) για την ενδεχόμενη είσοδό τους στην Κόλαση. Ένδειξη του κατά Θεόν πένθους και της ειλικρινούς μετανοίας είναι ή αυτομεμψία, ή αληθινή ταπείνωση, η συνεχής κατανυκτική επίκληση του ελέους του Θεού και ή σταθεροποίηση στην αρετή. 
Αν η μετάνοια και το πένθος οδηγούν στην κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, αυτή η απάθεια είναι έργο της Χάριτος του Θεού. Είναι απαραίτητη όμως και η συμβολή του ανθρώπου. Είναι αναγκαίος ο αγώνας της ανθρωπινής θελήσεως, ο οποίος ενισχύεται πλουσιοπάροχα από τη θεία Χάρη. 
Όταν μια ψυχή ασκείται και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τις προκαταλήψεις αρχίζει σταδιακά να ζει την κάθαρση.  
Πρακτικά η κάθαρση επιτυγχάνεται με την προσπάθεια να προσέγγιση ο άνθρωπος τον Θεό με την προσευχή, την εξομολόγηση και τη θεία Ευχαριστία. Πριν απ’ αυτά χρειάζεται αγώνας επίπονος για να εξέλθει κανείς από το εγώ με διάφορες ταπεινωτικές πράξεις, να εγκατάλειψει τις αισθησιακές απολαύσεις και να καθαρίσει τους λογισμούς που κατακλύζουν και κατακυριεύουν τον νου.  
Δεν μπορούμε επομένως όταν μιλάμε για απάθεια να μιλάμε για καταστροφή των παθών ή κάποια αποβολή ουσιαστικών πραγματικοτήτων, αλλά για μεταστροφή και μετασκευή λειτουργιών των δυνάμεων της ψυχής και αισθήσεων του σώματος του ανθρώπου. 
Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω ότι η απάθεια δεν είναι εύκολο έργο του καθενός. Κυρίως όταν δεν υπάρχει ένταση και επιμονή στην άσκηση και την προσευχή. Επειδή ο Θεός είναι το "άκρως εφετόν" του καθενός ανθρώπου χρειάζεται ο καθένας μας με μια σοβαρότερη και πιο ενσυνείδητη πνευματική ζωή να αποκτά σταδιακά τις καλές έξεις οδηγούμενος προς την ευαγγελική αγάπη. Η δε επιμονή των Πατέρων της Εκκλησίας αυτή είναι: το να εργάζεται κανείς έντονα την πρακτική και θεωρητική ζωή που τη μια τη λένε "πρακτική φιλοσοφία" και την άλλη "θεία θεωρία". Και στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός και της εργασίας που θα καταβάλει θα ελκυστεί η Χάρις του Πανάγαθου Θεού για να μεταμόρφωση το εσωτερικό του καθενός και να χαρίσει την μακαρια απάθεια, που ως γνωστόν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να καταστήσει τον άνθρωπο δεκτικών της τελείας αγάπης και χωρητικών δοχείων της θεώσεως.

του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως π. Ειρηναίου Λαφτσή.
Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Γ΄ Κατανυκτικό Εσπερινό στο Μητροπολητικό Nαό.
 

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Αγώνας Θεογνωσίας του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)



X
Loading Image...
Αγώνας Θεογνωσίας
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ
ΑΓΩΝΑΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ
Η ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ Δ. ΜΠΑΛΦΟΥΡ 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (1896-1993) είναι γνωστός στον Ορθόδοξο κόσμο από τα συγγράμματά του «Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», «Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι», «Περί προσευχής», «Άσκησις και θεωρία», «Περί Πνεύματος και ζωής» κ.ά. Μερικά μάλιστα από αυτά, όπως «Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», έχουν χαρακτηρισθεί ως κλασικά ορθόδοξα έργα του εικοστού αιώνα. Για όσους γνώρισαν, έστω και εν μέρει, την πνευματική κληρονομιά του Γέροντος Σωφρονίου, κάθε λόγος γι’ αυτή μπορεί να φανεί περιττός. Τα κείμενά του αποτελούν μαρτυρία για τον πνευματικό πλούτο της εμπειρίας του ίδιου του Γέροντος, όπως και του διδασκάλου του αγίου Σιλουανού, που ανακεφαλαιώνουν την μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας. 
Η οδός της ζωής του Γέροντος Σωφρονίου καλύπτει σχεδόν όλον τον περασμένο αιώνα. Οι βασικοί σταθμοί της πνευματικής του αναπτύξεως συμπίπτουν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, με την πορεία της ανθρωπότητος του 20ου αιώνα. Ο λόγος του, αμετάθετο πνευματικό στήριγμα για πολλές γενεές, παρέχει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, που ανακύπτουν από τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τις τραγωδίες της σύγχρονης ζωής. 
Οι επιστολές του προς τον Δαβίδ Μπάλφουρ, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό, είναι τα πρώτα πνευματικά κείμενα του Γέροντος Σωφρονίου. Τα χρόνια της ζωής του που προηγήθηκαν της αλληλογραφίας χαρακτηρίζονται από την έντονη αναζήτηση του Θεού, του Θείου Απολύτου. Ποτέ δεν έπαψε να αναζητά τον τρόπο υπερβάσεως των ορίων της πρόσκαιρης ζωής, αφού σύμφωνα με το λόγο του, «το πνεύμα του ανθρώπου δεν αποδέχεται την ιδέα του θανάτου»1. Ο ίδιος ο Γέροντας έγραψε για την κατάσταση που βίωνε την περίοδο εκείνη: «Όλο μου το είναι συγκεντρωνόταν στην αναζήτηση διεξόδου από τα στενά πλαίσια του χρόνου και του χώρου»2 στη γνώση του Αιωνίου και του Απολύτου. Ήδη, όταν βρισκόταν ακόμη στο Παρίσι, είχε εγγραφεί στο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, προκειμένου να κατανοήσει βαθύτερα τη χριστιανική διδασκαλία. Ωστόσο οι σπουδές στο Ινστιτούτο, κοντά σε διακεκριμένους σύγχρονους εκπροσώπους της ρωσικής θεολογίας, δεν μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τη δίψα του για θεογνωσία. Για το λόγο αυτόν το 1925 αναχώρησε για τον Άθω, όπου έγινε δεκτός στην αδελφότητα της Ι. Μονής του Αγίου Παντελεήμονος. Η έντονη εσωτερική αναζήτηση κατά τους χρόνους που προηγήθηκαν είχε προετοιμάσει το έδαφος για την πρόσληψη του μέγιστου πνευματικού φαινομένου της εποχής μας, του αγίου Σιλουανού (1866-1938). Ο Γέροντας Σωφρόνιος μπόρεσε να κατανοήσει και να εκτιμήσει, όσο κανένας άλλος, την αξία της θεόσδοτης αποκαλύψεως, που αξιώθηκε να λάβει ο Γέροντας Σιλουανός: «Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι»3. Όπως γράφει ο Γέροντας Σωφρόνιος, αυτό αποτέλεσε αληθινά ιστορικό γεγονός, που επηρέασε ολόκληρη την εποχή μας: «Η αρχή της νίκης, η έξοδος προς την παγκόσμια αγάπη»4. Μολονότι ο άγιος Σιλουανός ήταν άνθρωπος ολιγογράμματος, κατάφερε να επιλύσει τα βαθύτερα προβλήματα της ζωής, στα οποία ακόμη και η θεολογική διανόηση στο Παρίσι αδυνατούσε να απαντήσει. Τώρα ο Γέροντας Σιλουανός είναι ευρύτατα γνωστός, δοξάζεται από τη αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, και τιμάται σε όλον τον κόσμο. Το 1987 συγκαταλέχθηκε στη χορεία των αγίων. ...

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Απόρριψη της απόγνωσης

  


Απόρριψη τηςαπογνώσεως
Οσίου Πέτρου του Δαμασκηνού
Δεν πρέπει όμως ν’ απελπιζόμαστε, όταν δεν είμαστε όπως πρέπει να είμαστε. Κακό είναι βέβαια, άνθρωπε, που αμάρτησες. Γιατί όμως αδικείς το Θεό και από άγνοιά σου τον νομίζεις αδύνατο; Μήπως δεν μπορεί να σώσει την ψυχή σου Εκείνος που έκανε για σένα αυτόν τον τόσο μεγάλο κόσμο που βλέπεις; Κι αν πεις ότι “ αυτό μάλλον καταδίκη μου είναι, όπως και η συγκατάβασή Του”, μετανόησε και δέχεται τη μετάνοιά σου, όπως του ασώτου και της πόρνης.
Αν ούτε αυτό δεν μπορείς να κάνεις, αλλά από συνήθεια αμαρτάνεις σ’ εκείνα που δεν θέλεις, έχε ταπείνωση σαν τον τελώνη και αυτό είναι αρκετό για τη σωτηρία σου. Γιατί εκείνος που αμαρτάνει χωρίς να μετανοεί, αλλά δεν απελπίζεται, εξ ανάγκης βάζει τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση και δεν τολμά να κατακρίνει ή να κατηγορήσει κανένα άνθρωπο. Θαυμάζει μάλλον τη φιλανθρωπία του Θεού και νιώθει ευγνωμοσύνη προς τον Ευεργέτη και αλλά πολλά καλά μπορεί να έχει. Και μ’ όλο που είναι υποχείριος του διαβόλου προς την αμαρτία, ωστόσο πάλι από το φόβο του Θεού παρακούει τον εχθρό που τον σπρώχνει στην απόγνωση, και γι’ αυτό είναι κάπως με το Θεό, αν έχει ευγνωμοσύνη, ευχαριστία, υπομονή, φόβο Θεού, και αν δεν κρίνει κανένα για να μην κριθεί, τα οποία είναι πάρα πολύ αναγκαία.
Όπως λέει ο Χρυσόστομος για τη γέενα, αυτή σχεδόν μας ευεργετεί περισσότερο από τη βασιλεία των ουρανών· γιατί εξαιτίας της πολλοί μπαίνουν στη βασιλεία, ενώ λόγω της βασιλείας λίγοι, με τη φιλανθρωπία βέβαια του Θεού. Αυτό γιατί η πρώτη μας διώχνει με το φόβο, ενώ η άλλη μας αγκαλιάζει, και σωζόμαστε και με τα δύο, με τη χάρη του Χριστού.
Όπως εκείνοι που πολεμούνται από πολλά πάθη, ψυχικά και σωματικά, στεφανώνονται αν κάνουν υπομονή και δεν παραδίνουν το αυτεξούσιό τους από αμέλεια, ούτε απελπίζονται, έτσι και εκείνος που πέτυχε την απάθεια με ασφάλεια και ανακούφιση, ξεπέφτει γρήγορα αν δεν ομολογεί τις ευεργεσίες πάντοτε με το να μην κατακρίνει κανένα.
Αν τολμήσει τέτοιο πράγμα, είναι σαν να δείχνει ότι με τη δική του δύναμη απέκτησε τον πλούτο της απάθειας, μας λέει ο άγιος Μάξιμος. Και όπως διατρέχει μεγάλο κίνδυνο όποιος είναι ακόμη εμπαθής και άμοιρος από το φωτισμό της γνώσεως, αν είναι πνευματικός οδηγός άλλων, λέει ο Δαμασκηνός, έτσι και εκείνος που έλαβε από το Θεό απάθεια και πνευματική γνώση, αν δεν ωφελήσει και άλλες ψυχές.
Τίποτε άλλο δεν συμφέρει στον ασθενή όσο η φυγή στην ησυχία, ούτε στον εμπαθή και στερημένο από γνώση όσο η υποταγή. Δεν υπάρχει άλλο καλύτερο από το να γνωρίζει κανείς την αδυναμία και άγνοιά του, ούτε χειρότερο από το να τα αγνοεί. Δεν υπάρχει άλλο πάθος πιο μισητό από την υπερηφάνεια, ούτε πιο γελοίο από τη φιλαργυρία, η οποία είναι ρίζα όλων των κακών(Α΄ Τιμ. 6,10)· και είναι γελοίο, γιατί άνθρωποι που με πολύ κόπο απέκτησαν χρήματα φτιαγμένα από το μέταλλο της γης, τα ξανακρύβουν πάλι στη γη άπρακτα.
Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: «Μη μαζεύετε πλούτη στη γη κλπ.», και: «Όπου είναι τα πλούτη σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας». Γιατί σ’ εκείνα που πολυκαιρίζει ο νους του ανθρώπου, σ’ αυτά και σύρεται με πόθο από τη συνήθεια, είτε στα γήινα πράγματα, είτε στα πάθη, είτε στα ουράνια και αιώνια αγαθά.
Η συνήθεια όταν πολυκαιρίσει, αποκτά δύναμη φύσεως, λέει ο Μέγας Βασίλειος. Κι όταν είναι κανείς ασθενής, τότε οφείλει να προσέχει περισσότερο στη μαρτυρία της συνειδήσεως, για να ελευθερώσει την ψυχή του από κάθε καταδίκη, μήπως φτάσει το τέλος της ζωής και μέλλει να μετανοεί ανώφελα και να θρηνεί αιώνια. Εκείνος λοιπόν που δεν μπορεί να υποστεί για το Χριστό αισθητό θάνατο όπως Εκείνος, πρέπει να υπομένει τουλάχιστον τον κατά προαίρεση θάνατο νοητώς.
Και θα είναι μάρτυρας κατά τη συνείδηση, με το να μην υποταχθεί στους δαίμονες και στα θελήματα που τον πολεμούν, αλλά να τους νικά, όπως οι άγιοι Μάρτυρες και οι όσιοι Πατέρες· γιατί οι πρώτοι μαρτύρησαν αισθητά, ενώ οι άλλοι νοητά. Λίγο λοιπόν αν βιάσει κανείς τον εαυτό του, νίκησε τον εχθρό· ή λίγο αν αμελήσει και σκοτισθεί, χάθηκε.

Η ευχή του Ιησού

  

Η ευχή του Ιησού - π. Σωφρονίου

Η ευχή του Ιησού
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου
Η ευχή του Ιησού είναι η κατ΄ εξοχήν άσκηση του νου και της καρδιάς, το μέσο αγιασμού όλων των πιστών. Περιέχει ομολογία πίστεως στον Θεό και εξομολόγηση της πτώσεως του ανθρώπου, γι΄ αυτό και έχει πληρότητα.
Το όνομα Ιησούς δόθηκε με αποκάλυψη άνωθεν, είναι αναπόσπαστο από το πρόσωπο του Χριστού και η Θεοπρεπής επίκλησή του ζωοποιεί τη χαρισματική παρουσία του. Τοποθετεί τον άνθρωπο στην οδό του Κυρίου και τον απεργάζεται αχειροποίητο ναό της θεότητος.
Κατά την Κ. Διαθήκη η κλήση των πιστών συνίσταται στο να βαστάσουν το Όνομα του Ιησού Χριστού, το διαφορώτατον και υπέρ παν όνομα.
Η επίκληση αυτού του ονόματος ενοποιεί τον όλο άνθρωπο: νου, καρδιά και σώμα. Τούτο κατορθώνεται με την κατάβαση του νου στην καρδιά, αφού πρώτα σταυρωθεί από τα ευαγγελικά προστάγματα.
Η ευχή του Ιησού είναι άκρως δημιουργική:
α) Κρατά το πνεύμα του ανθρώπου σε επαφή με το Πνεύμα του Κυρίου. Ελευθερώνει τον πιστό από το σαρκικό φρόνημα και τον κατεργάζεται στόχο της επισκοπής του Κυρίου.
β) Επικεντρώνει την προσοχή αποκλειστικά στη σκέψη του Θεού και παρέχει τη διάκριση των νοημάτων του Θεού από τα επινοήματα του σατανά.
γ) Με την ευχή αυτή ο ασκητής αρπάζει εκείνα τα νοήματα, που διευρύνουν την καρδιά και συντελούν στον αγιασμό.
δ) Η νήψη πραγματοποιείται φυσιολογικά, γιατί Εκείνος που βασιλεύει στην καρδιά είναι μείζων αυτού που είναι στον κόσμο.
ε) Περιορίζει τις αμαρτίες στο ελάχιστον και προετοιμάζει για θάνατο εν Κυρίω.
Η ριζική διαφορά του Χριστιανισμού από τις δοξασίες της Ανατολής έγκειται στο ότι η ευχή του Ιησού είναι θεμελιωμένη στην Αποκάλυψη του Ζώντος και Προσωπικού Θεού της Αγίας Τριάδος και η εμπειρία της διαφέρει και απέχει από εκείνη των ανατολικών θρησκειών, όσο απέχει το Πνεύμα του Θεού από τη σάρκα ή το άκτιστο από το κτιστό.

Η ατέλεστος τελειότης


Η ατέλεστος τελειότης




Πολλές φορές χρησιμοποιείτε η λέξη «απάθεια» μέσα στα πατερικά κείμενα και συνήθως παρερμηνεύεται. Έτσι λοιπόν λέμε ότι ο Θεός είναι απαθής και ότι η τελείωση του ανθρώπου είναι να φτάσει στην απάθεια. Τι εννοούμε όμως με αυτόν τον χαρακτηρισμό;
Η λέξη «απάθεια» έχει φτάσει στις μέρες μας να σημαίνει αδιαφορία, αδυναμία συγκίνησης. Όμως το πρωτογενές της νόημα είναι τελείως αντίθετο: σημαίνει απλά ότι δεν υπάρχει τίποτα που να έχει επίπτωση στον Θεό ή σε κάποιον πολύ προχωρημένο πνευματικά. Όταν λοιπόν λέμε ότι ο Θεός είναι απαθής, δεν εννοούμε ότι  είναι αναίσθητος, αλλά ότι ο Θεός δεν προσλαμβάνει ποτέ παθητική στάση, ότι τίποτα δεν μπορεί να τον φέρει μέσα στην χώρα της εμπάθειας, διότι σ’ Εκείνον καθετί είναι απώτατα εναργές. Ο Θεός είναι ζωή θριαμβεύουσα, ζωή νικηφόρα, είναι η πλησμονή της ζωής, είναι εκείνο το μέτρο της ζωής που αποκαλούμε αγάπη, τόσο πλήρες και ολοκληρωμένο που δεν φοβάται ακόμα και την έσχατη κένωση του εαυτού Του, που η Ενσάρκωση συνεπάγεται.
Μπορούμε να δούμε τον Θεό μας μέσα στην ιστορία να γίνεται ευάλωτος και ανυπεράσπιστος όπως η αγάπη, προφανώς καταβεβλημένος και όμως νικηφόρος όπως η αγάπη, η οποία πεθαίνει προκειμένου να ζήσει αιώνια.
Ο Θεός αγάπη εστί και λόγο αυτής της αλήθειας είναι αδύνατον να μην είναι απαθής, γι’ αυτό τον λόγο και το τελευταίο στάδιο τελειώσεως του ανθρώπου είναι η απάθεια, η κατάσταση αυτή κατά την οποία ο άνθρωπος αφθαρτοποιεί την σάρκα του, και εξυψώνει τον νου του επάνω από την ορατή κτίση και υποτάσσει όλες του τις αισθήσεις.
Αυτή λοιπόν η απάθεια, «η τελεία των τελείων ατέλεστος τελειότης», τόσο πολύ αγιάζει τον νου και τον αρπάζει από τα υλικά , ώστε το περισσότερο μέρος της επιγείου ζωής του το ζει σαν να ευρίσκεται στον ουρανό και ανυψώνεται εκστατικός σε ουράνιες θεωρίες.
Υπάρχει λοιπόν ο απαθής άνθρωπος, αλλά υπάρχει και ο απαθέστερος από τον απαθή. Ο πρώτος αποστρέφεται με υπερβολικό μίσος το κακό, ενώ ο δεύτερος είναι άπληστος στον πλούτο των αρετών.
Ο απαθής «ζη μεν ουκέτι αυτός, ζη δε εν αυτώ Χριστός».
Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης, Κλίμαξ