Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

H βασιλεία των ουρανών βιάζεται»



«H βασιλεία των ουρανών βιάζεται»
Αγίου Νικολάου Aχρίδος, †1956

«H βασιλεία των ουρανών βιάζεται»
(Ματθ. 11, 12)
...O Κύριος απαιτεί από τους πιστούς Του να ασκήσουν κάθε δυνατή βία, να καταβάλουν κάθε κόπο, να εργάζονται έως ότου έχουν το φως, να προσεύχονται δίχως διακοπή, να απαιτούν, να ζητούν, να κρούουν, να νηστεύουν, να επιτελούν πολυάριθμα έργα ελεημοσύνης -όλα τούτα με σκοπό να τους ανοιχτεί η βασιλεία των ουρανών, δηλαδή η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία του Θεού.

Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ δεόμενοι, λέει ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθήναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου (Λκ. 21, 36).

Αγρυπνείτε επάνω στη καρδιά σας για να μην προσκολληθεί στη γη. Αγρυπνείτε επάνω στους λογισμούς σας για να μην σας απομακρύνουν από το Θεό. Αγρυπνείτε επάνω στα έργα σας για να διπλασιάσετε το τάλαντο σας και όχι να το ελαττώσετε και απολέσετε. Αγρυπνείτε επάνω στις ήμερες σας για να μην σας αιφνιδιάσει ο θάνατος και σας αρπάσει αμετανόητους, εν μέσω των αμαρτιών σας.
Τέτοια είναι η ορθόδοξη πίστη μας: εξ ολοκλήρου δημιουργική, καθολικά προσευχητική και νηπτική, με δάκρυα και βία. Καμία άλλη πίστη δεν προτείνει στους πιστούς της τόση βία για να καταξιωθούν να σταθούν ενώπιον του Υιού του Θεού. Όλη αυτή τη βία την έχει προτείνει σε ολόκληρο τον κόσμο και την ενετείλατο στους πιστούς Του ο Ίδιος ο Κύριος και Σωτήρας, ενώ η Εκκλησία διαρκώς την ανανεώνει επαναλαμβάνοντας την από αιώνα σε αιώνα, από γενεά σε γενεά, εξαίροντας στα μάτια των πιστών τον όλο και μεγαλύτερο αριθμό των ηρώων του πνεύματος οι όποιοι επλήρωσαν το νόμο και καταξιώθηκαν δόξης και δυνάμεως ανέκφραστης στον ουρανό μα και στη γη.

Από την άλλη πλευρά όμως, δεν πρέπει να απατώμαστε και να νομίζουμε πώς όλοι οι κόποι και η βία ενός άνθρωπου αποφέρουν από μόνα τους τη σωτηρία. Δεν πρέπει να νομίζουμε πώς ο άνθρωπος μόνο με την ατομική προσπάθεια και βία θα φτάσει στη παρουσία του Ζώντος Κυρίου. Αν ο Κύριος δεν το θελήσει, κανένας θνητός δεν μπορεί να σταθεί προ προσώπου Αυτού. Γιατί ο Ίδιος ο Κύριος ο όποιος έχει θεσπίσει όλα αυτά λέει σε άλλο σημείο: όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμέν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν (Λκ. 17, 10). Και πάλι σε άλλο σημείο: ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύσει αυτόν (Ιω. 6, 44). Σε άλλο σημείο πάλι λέει: ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν (Ιω. 15, 5). O Απόστολος Παύλος, γράφοντας στην ίδια συνάφεια προς τους Εφεσίους λέει: χάριτι εστέ σεσωσμένοι (Έφ. 2, 5).

Τι μπορούμε να πούμε ύστερα απ' όλα τούτα; μήπως ότι όλοι οι κόποι μας για τη σωτηρία είναι μάταιοι; Μήπως να κατεβάσουμε τα χέρια και να περιμένουμε μέχρις ότου ο Κύριος φανερωθεί και μας τάξει κάτω από τη δύναμη Του και τη παρουσία Του; Μήπως δεν το φωνάζει και ο ίδιος ο προφήτης Ησαΐας ότι ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών (Ησ. 64, 6); να παραιτηθούμε λοιπόν από τις προσπάθειες και τους κόπους μας; Τότε όμως δεν θα μοιάσουμε με τον δούλο εκείνον ο οποίος παράχωσε στη γη το τάλαντο και άκουσε από τον κύριο του να τον αποκαλεί δούλο οκνηρό και πονηρό;

Οφείλουμε να νήφουμε και να εφαρμόζουμε τις εν¬τολές του Κυρίου οι οποίες είναι ξεκάθαρες σαν τον ήλιο. Θα πρέπει να καταβάλουμε όλη μας τη προσπάθεια αλλά είναι στην εξουσία του Θεού να ευλογήσει τον αγώνα μας και να μάς εισάγει στη παρουσία Του. Υπέροχα το έχει ερμηνεύσει αυτό ο Απόστολος Παύλος όταν λέει: εγώ εφύτευσα, Απολλώς επότισεν, αλλ' ο Θεός ηύξανεν. Ώστε, ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων άλλ' ο αυξάνων Θεός (Α' Κορ. 3, 6-7). Από το Θεό λοιπόν εξαρτώνται τα πάντα, από τη δύναμη του Θεού, τη σοφία και το έλεος Του. Σε μάς πάλι ανήκει το να φυτεύουμε και να ποτίζουμε και αυτό μας το καθήκον οφείλουμε να μην το αμελούμε γιατί κινδυνεύουμε να χαθούμε αιωνίως.a

Καθήκον του γεωργού είναι να οργώνει και να αρδεύει μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν ο σπόρος θα βλαστήσει, θα μεγαλώσει και θα αποφέρει καρπό.

Καθήκον του επιστήμονος είναι να έρευνα και να αναζητά μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν θα του αποκαλυφθεί η γνώση.

Καθήκον των γονέων είναι να φροντίζουν και ανατρέφουν τα τέκνα τους εν φόβω Θεού μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν και μέχρι πότε θα ζήσουν τα παιδιά τους.

Καθήκον του ιερέα είναι να διδάσκει τους πιστούς, να τους ενημερώνει, να ελέγχει και διορθώνει μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν ο κόπος του θα φέρει καρπούς.

Καθήκον όλων μας είναι να μοχθούμε και κοπιάζουμε για να γίνουμε άξιοι να παρασταθούμε ενώπιον του Υίού του Θεού μα από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεος του Θεού εξαρτάται το αν θα μάς δεχτεί ο Κύριος.

Δεν πρέπει όμως πάλι να κοπιάζουμε δίχως ελπίδα στο έλεος του Θεού αλλά όλη η προσπάθεια μας να θερμαίνεται από την ελπίδα πώς ο Κύριος είναι δίπλα μας και θα μας δεχτεί στη παρουσία του προσώπου Του. Δεν υπάρχει βαθύτερη και πιο αστείρευτη πηγή από τη πηγή του ελέους του Θεού. Όταν ο άσωτος υίός μετενόησε ύστερα από τη θλιβερή πτώση του στο επίπεδο της ζωής των χοίρων, ο εύσπλαχνος πατέρας βγήκε σε συνάντηση του, τον αγκάλιασε και τον συγχώρησε γιατί ο Θεός βγαίνει ακούραστα προς συνάντηση των μετανοημένων παιδιών Του και απλώνει τα χέρια Του προς όλους εκείνους πού στρέφουν το πρόσωπο τους προς Εκείνον. Επέτασα τας χείρας μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα (Ησ. 65, 2), λέει ο Κύριος για τους Εβραίους. Όταν λοιπόν ο Κύριος απλώνει τα χέρια Του προς τους απειθείς, πόσο περισσότερο το κάνει προς τους υποτασσόμενους; Λέει ο υπάκουος προφήτης Δαυίδ: προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μου εστίν ίνα μη σαλευθώ (Ψ. 15, 8-9). Στους ευπειθείς αγωνιστές για τη σωτηρία λοιπόν, δεν αρνείται ο Κύριος τη παρουσία Του.

Έτσι, ας μην θεωρούμε ανόητη αυτή τη προσπάθεια καθώς το νομίζουν οι άθεοι και οι απαισιόδοξοι αλλά κοπιάζοντας και μοχθώντας στο μέγιστο βαθμό, ας ελπίζουμε στο έλεος του Κυρίου και Θεού μας. "Ας προεκτείνουμε τους κόπους μας και ας μας φωτίζει σ' αυτό και το παράδειγμα εκείνων των τεσσάρων οι όποιοι σκαρφάλω¬σαν στη στέγη της οικίας και κατέβασαν τον πέμπτο και παράλυτο φίλο τους μπροστά στον Κύριο. "Αν το ένα πέμπτο της ψυχής μας είναι παραλελυμένο και σεσηπωμένο από την ασθένεια, ας σπεύσουμε αμέσως με τα υπόλοιπα τέσσερα μέρη προς τον Κύριο και ο Κύριος θα θεραπεύσει το ασθενές πού βρίσκεται μέσα μας.

Εάν μία από τις αισθήσεις μας προσβληθεί σε τούτο τον κόσμο και ασθενήσει, ας προστρέξουμε με τις άλλες αισθήσεις προς το Κύριο για να σπλαχνιστεί ο Κύριος την αρρωστημένη αίσθηση και να το θεραπεύσει. Όταν ασθενήσει ένα μέλος του σώματος, οι γιατροί συνιστούν συνδυασμένη φροντίδα, προφύλαξη και περιποίηση του υπολοίπου σώματος για να καταστεί το υγιές μέρος ακόμα πιο υγιές και ισχυρό, αποβαλόντας την αδυναμία από εκείνο πού είναι άρρωστο.

Έτσι γίνεται και με τη ψυχή μας. Αν ο νους μας έπεσε σε αμφιβολία, ας αγωνιστούμε γρήγορα με τη καρδιά και τη ψυχή μας να ενδυναμώσουμε τη πίστη μας και τον αρρωστημένο νου μας να τον ενισχύσουμε και να τον θεραπεύσουμε εν Κυρίω. Αν σφάλαμε με τη λησμοσύνη της προσευχής, ας σπεύσουμε με έργα ελεημοσύνης να επαναφέρουμε τη χαμένη διάθεση για ικεσία και το αντίστροφο.

O Κύριος θα επιβλέψει στη πίστη μας, στο κόπο και τη προσπάθεια και θα μας σπλαχνιστεί. Κατά το άπειρο έλεος Του θα μας εισάγει στη παρουσία Του η οποία είναι αθάνατη και ζωοποιός. Μέσα σ' αυτή τη παρουσία ζουν, ενισχύονται και αγάλονται οι πολυάριθμες αγγελικές δυνάμεις και οι στρατιές των Αγίων. Στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό ας ανήκει η δόξα και η ευχαριστία, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα το Άγιο - την ομοούσιο και αχώριστο Τριάδα, τώρα και πάντοτε σε όλους τους αιώνες. Αμήν.

(Μετάφρασις από τα σερβικά υπό Γεωργίου Κ.)

Περιοδικό "Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου"
Τεύχος 29

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

«Εκκλησία της Αναστάσεως»

Η Θεολογία της εικόνας “Εις Άδου Κάθοδος”
 
 
Η Ορθοδοξία, έχει χαρακτηριστεί «Εκκλησία της Αναστάσεως» διότι οικοδομεί εκεί όλη την ιστορική της παρουσία, εμβολιάζοντας στη συνείδηση των λαών της την αναστάσιμη ελπίδα. “εἰ δὲ Χριστὸς οὐκἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν” (Α΄ Κορ. ιε΄17). Δεν θα μπορούσε λοιπόν η ιερή τέχνη της Αγιογραφίας να μην καταυγάζετε από το φως της Αναστάσεως . Η Ορθοδοξία δεναυθαιρετεί ούτε στο λόγο Της, ούτε και στην εκκλησιαστική Της ζωγραφική. Αυτό που κηρύττει το απεικονίζει και αυτό που απεικονίζει το ψάλλει. Έτσι η Ανάστασης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, με το θεολογικό και λειτουργικό της περιεχόμενο, σφραγίζει όλη τη σκέψη και όλον το βίον της Εκκλησίας.  Η Ορθόδοξη εικόνα της Αναστάσεως χειραγωγούμενη από το δόγμα και την πίστη των Αγίων Πατέρων , έδωσε την πρέπουσα μορφή – δομή για την καταγραφή ενός διπλού γεγονότος ιστορικού και εσχατολογικού, απροσμέτρητου σε μέγεθος και αξία.
 
Για να δηλωθεί η ανάσταση του Χριστού, κατά καιρούς, χρησιμοποιήθηκαν διάφορες αναπαραστάσεις, που πολλές φορές ήταν δυτικής εμπνεύσεως. Για παράδειγμα, ο Χριστός που εξέρχεται γυμνός από τον τάφο και κρατεί κόκκινη σημαία, στερείται παντελώς του μυστικού, θεολογικού νοήματος. Ο δυτικός ζωγράφος προσπαθεί να αποδώσει το γεγονός ιστορικά, ενώ η ορθόδοξη αγιογραφία προσπαθεί να αποδώσει το νόημα του γεγονότος. Ο ορθόδοξος αγιογράφος με το χρωστήρα του δεν προσπαθεί να γράψει ιστορία, διότι τον ενδιαφέρει να γράψει θεολογία. Στέκεται πάνω από τη φωτογραφική αποτύπωση του γεγονότος, διότι προσπαθεί να συλλάβει το νόημα και τη σημασία του γεγονότος για την σωτηρία των ανθρώπων. Με τα χρώματά του ζωγραφίζει την πίστη του και αποτυπώνει πάνω στο ξύλο την ορθόδοξη θεολογία.
 
Στην Ορθόδοξη εικονογραφία υπάρχουν δύο εικόνες, που αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος αυτού και που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η μία είναι συμβολική παράσταση. Απεικονίζει τη στιγμή που προηγήθηκε της θεόσωμης Ανάστασης του Χριστού – την Κάθοδο στον Άδη, η άλλη τη στιγμή που ακολούθησε την Ανάσταση του Σώματος του Χριστού, την ιστορική επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο του Χριστού.
 
Τα παραπάνω συμφωνούν και με τα αναστάσιμα τροπάρια της Εκκλησίας μας, που υπογραμμίζουν το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως και το παραλληλίζουν με τη Γέννηση του Κυρίου από την Παρθένο «Προήλθες εκ του μνήματος, καθώς ετέχθης εκ της Θεοτόκου» και την εμφάνισή του στους μαθητές μετά την Ανάσταση «Ώσπερ εξήλθες εσφραγισμένου του τάφου, ούτως εισήλθες και των θυρών κεκλεισμένων προς τους μαθητάς σου». Εξάλλου ακόμη κι οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν τίποτε για τη συγκεκριμένη στιγμή της Ανάστασης του Χριστού. Η Ανάσταση Του δεν μπορεί να αποτυπωθεί τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως συνέβη με την Ανάσταση του Λάζαρου. Οι Ορθόδοξες εικόνες που περιγράφουν την Ανάσταση του Χριστού φανερώνουν τις δωρεές που έφερε η Ανάστασή Του στον κόσμο. “Νυνὶδὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων” (Α΄Κορ. ιε΄20). Η εικόνα της καθόδου του Χριστού στον Άδη μας οδηγεί προς το εσωτερικό νόημα του γεγονότος και μας δίνει τη δυνατότητα να έρθουμε σε προσωπική σχέση με αυτό.
 
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Κύριος της Ζωής και της Κτίσης. Στέκεται κατ ΄ ενώπιον, όρθιος , με μια κίνηση σφοδρή, έντονη σχεδόν εκρηκτική δηλώνοντας έτσι τη νίκη του πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη ως Θεός ενώ το σώμα Του ήταν για τρεις μέρες στον τάφο “Ἐν τάφῳ, σωματικῶς, ἐν ᾅδῃ δὲ μετὰψυχῆς ὡς Θεός”. Ο Χριστός κατέβηκε στη γη για να σώσει τον Αδάμ. Μη βρίσκοντας αυτόν κατέβηκε μέχρι τον Άδη ζητώντας τον. “Ἐπὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς Ἀδάμ• καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ἅδου κατελήλυθας ζητῶν”. Άρα η συνέχεια της εικόνας της Γεννήσεως του Χριστού με το σκοτεινό σπήλαιο και το Χριστό τοποθετημένο μέσα σε λάρνακα και τυλιγμένο όπως οι νεκροί, συνεχίζεται μέχρι το βαθύ σκοτάδι του Άδη ώστε να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Θεού.
 
Η παράσταση έχει σαν πλαίσιο βουνά, ως να είναι ανοιγμένα τα σπλάχνα της γης. Ο Άδης παρουσιάζεται με τη μορφή αβύσσου. Τα σκοτάδια του Άδη γεμίζουν από φως, από ακτινοβολία της δόξης του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Οι πόρτες του Άδη βρίσκονται σπασμένες και σταυροειδώς τοποθετημένες. Μέσα στο σκοτάδι αυτό υπάρχουν σκορπισμένα κλειδιά , μοχλοί , αλυσίδες, κλειδωνιές, άδειες μαρμάρινες λάρνακες. Εκεί βρίσκεται αλυσοδεμένος ένας ή πολλές φορές, δυο ηλικιωμένοι άνδρες. Είναι η προσωποποίηση του Άδη και του θανάτου αντίστοιχα που έχασαν τη δύναμη και την αξία τους. ” Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον; ποῦ σου Άδη τὸ νῖκος;”(Α΄ Κορ. ιε΄55). Τώρα ο Θεός άνοιξε γέφυρα επικοινωνίας με τον άνθρωπο. Τον τραβά και τον ξυπνά από το λήθαργο του θανάτου μεταφέροντάς τον στο φως και τη ζωή.
 
Η εικόνα μιλά για δυναμική κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Ο χιτώνας Του είναι ανασηκωμένος για να δηλωθεί η καθοδική κίνηση. Το δοξασμένο σώμα του Χριστού εγγράφεται συνήθως μέσα σε ένα σύνολο τριών ή τεσσάρων ομόκεντρων κύκλων που συμβολίζουν το θείο φως. Έτσι κάθε κύκλος παίρνει μια πιο σκοτεινή απόχρωση βαίνοντας προς το μπλε. Ο Χριστός φορεί ιμάτιο με χρυσοκονδυλιά, αστραφτερό, και καθώς είναι ευρύπτυχο και ανεμιζόμενο πάνω από την κεφαλή, φέρει τον αέρα της νίκης. Η όψη στο προσώπου Του είναι αυστηρή αλλά με έκφραση φιλάνθρωπη. Τα χέρια Του και τα πόδια Του φέρουν ακόμα “τον τύπον των ήλων”.
 
Με το αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σε εκείνους που ήταν στον Άδη. Άλλες φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό. Είναι το σύμβολο της νίκης, το όργανο με το οποίο απελευθέρωσε και εξαγόρασε τον άνθρωπο από το θάνατο (Γαλ. γ΄13).
 
Με την όλη ζωντάνια της κίνησης και με θεοπρεπή μεγαλοπρέπεια παρασύρει τους πρωτοπλάστους προς την ουράνια βασιλεία. Παίρνει τον Αδάμ και την Εύα, όχι από το χέρι αλλά από το καρπό του χεριού και με ορμή και δύναμη τους τραβά κυριολεκτικά έξω από τους τάφους. Ο Αδάμ φαίνεται κουρασμένος από το θάνατο. Το χέρι του Αδάμ αδύνατο μοιάζει να ξεκουράζεται από το χέρι του Χριστού. Η κίνηση του δεξιού χεριού του Αδάμ, κίνηση αυτόνομη, εκφράζει την προσωπική θέλησή του και τείνει προς το Χριστό σαν προσευχή. Με αυτή την αντιθετική κίνηση των χεριών του Αδάμ ανοίγεται μυστικά η αναζωογόνηση του ανθρώπου που πηγάζει από την Ανάσταση, η πλήρης κατάργηση του θανάτου, η εσωτερική δύναμη της ψυχής που τείνει προς το Θεό. Η Εύα σε μερικές αγιογραφίες βρίσκεται όρθια δίπλα από τον Αδάμ και τείνει και αυτή τα χέρια της προς τον Κύριο. Άλλοτε είναι γονατιστή και ανασηκώνει με σεμνότητα τα καλυμμένα χέρια της σε στάση προσευχής και υποδοχής, ελκυόμενη προς το Θεό της. Εδώ είναι μια συμβολική παράσταση που δηλώνει ότι ο Χριστός τραβώντας το Αδάμ από τον Άδη, τραβά κι όλο το ανθρώπινο γένος από το θάνατο. Ακόμη και στις εικόνες που η Εύα είναι πίσω σώζεται όπως και κάθε γυναίκα, αφού πλάσθηκε ισότιμη από το σώμα του Αδάμ. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η απαρχή της λυτρώσεως ολόκληρης της ανθρωπότητας.
 
Δεξιά και αριστερά του Χριστού βρίσκονται δύο ομάδες δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης. Ξεχωρίζουν οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντας. Είναι ντυμένοι με βασιλικά ενδύματα και στο κεφάλι φορούν στέμμα. Οι προφήτες Ιεζεκιήλ και Ησαΐας επειδή προφήτεψαν την ανάσταση των νεκρών βρίσκονται στην εικόνα. Μεταξύ των δικαίων ζωγραφίζεται κι ο Άβελ. Είναι νέος, αμούστακος και ξεχωρίζει διότι κρατά ποιμαντική ράβδο. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που γνώρισε την πίκρα του Άδη από την άδικη αδελφική δολοφονία του. Μπροστά τους στέκεται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο τελευταίος προφήτης που άνοιξε το δρόμο για τον ερχομό του Χριστού στη γη. Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με τον αποκεφαλισμό του από τον Ηρώδη κατέβηκε στον Άδη για να κηρύξει και στους νεκρούς τον ερχομό Αυτού που ανέμεναν για λυτρωτή και σωτήρα τους. Αυτόν που υποσχέθηκε ο Θεός στους πρωτοπλάστους. Με την κίνηση του χεριού του βεβαιώνει ότι για αυτό μιλούσε τόσες χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα. Δίκαια λοιπόν και η υμνογραφία μας χαρακτηρίζει τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ως “και τοις εν Άδη, Χριστού Προάγγελος”.
 
Ο πιστός βλέποντας την εικόνα και ζώντας αυτή την αλήθεια, αποβάλλει το άγχος του θανάτου. Για να καταργηθεί ο θάνατος πρέπει να καταργηθεί και η αμαρτία η οποία είναι το κέντρο του θανάτου(Α΄Κολσ. ιε΄56). Χρειάζεται λοιπόν από κάθε άνθρωπο η συσταύρωσή του με το Χριστό ώστε να μπορέσει να συναναστηθεί μαζί Του. Όποιος νικά εν Χριστώ την αμαρτία μετέχει και της νίκης του Χριστού πάνω στο θάνατο . Οι εν Χριστώ νικητές του θανάτου είναι οι Άγιοι. Όποιος βλέπει τα άγια λείψανα άφθαρτα και θαυματουργά, καταλαβαίνει τι σημαίνει νίκη πάνω στο θάνατο και τη φθορά. Το απλό βιολογικό γεγονός του θανάτου δεν είναι πια ο θάνατος με την οντολογική σημασία του όρου, αλλά σπορά του φθαρτού σώματος στη γη για να βλαστήσει, όπως το σιτάρι (Ιω. ιβ΄24), όταν το αποφασίσει ο Κύριος, με άφθαρτο και αθάνατο σώμα (Α΄ Κορ. ιε΄ 42).Τότε και μόνο ο άνθρωπος θα ζήσει στον παράδεισο όπως ήταν να ζήσει και πριν την πτώση.
 
Πηγή : Δέσποινα Ιωάννου – Βασιλείου, Πρεσβυτέρα -Εκπαιδευτικός
Πηγή:Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Σάββατο 7 Μαρτίου 2015

Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς η σπουδαιότης του προσώπου και του έργου του

 



Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς η σπουδαιότης του προσώπου και του έργου του
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ
 Εισήγηση σε Διημερίδα που οργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας με θέμα: Το μοναστήρι τον Τιμίου Προδρόμου («Σκήτη Βεροίας»), 27-28 Μαρτίου 1993.
 
Απόστολος Παύλος και Γρηγόριος Παλαμάς. Δόξα και καύχημα της Βεροίας 
Η Βέροια έχει το προνόμιο να συνδέεται με δύο μεγάλους θεολό­γους και μυσταγωγούς. Με τον κορυφαίο εν πρώτοις μεταξύ των Απο­στόλων, τον κήρυκα του Ευαγγελίου και προσαγωγέα της Οικουμένης στη χριστιανική πίστι, ουρανοδρόμο απόστολο Παύλο, και με τον μεγά­λο πατέρα και συγγραφέα του 14ου αιώνος, τον κήρυκα της ακτίστου Χάριτος και του Θαβωρείου φωτός, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης άγιο Γρηγόριο Παλαμά. 
Ο απόστολος Παύλος, όπως διασώζουν οι Πράξεις των Αποστόλων, αφού διέτρεξε την Μακεδονία με τους συνεργάτες του και εκήρυξε στις δύο μεγάλες και γνωστές πόλεις της, τους Φιλίππους και την Θεσ­σαλονίκη, ήλθε και στην Βέροια, που συνεπλήρωσε έτσι την τριάδα των μακεδονικών πόλεων που αξιώθηκαν να δεχθούν τον μεγάλο από­στολο των εθνών και να ακούσουν την διδασκαλία του. Μέσα σε λίγους στίχους ο απόστολος και ευαγγελιστής Λουκάς παρουσιάζει τα αποτε­λέσματα του κηρύγματος του Παύλου στη Βέροια, οι κάτοικοι της οποίας, Ιουδαίοι και Έλληνες, δέχθηκαν με πολλή προθυμία το κήρυ­γμα του Ευαγγελίου· «Οι δε αδελφοί ευθέως διά νυκτός εξέπεμψαν τον τε Παύλον και τον Σιλάν εις Βέροιαν, οίτινες παραγενόμενοι εις την συναγωγήν των Ιουδαίων απήεσαν· ούτοι δε ήσαν ευγενέστεροι των εν Θεσσαλονίκη, οίτινες εδέξαντο τον λόγον μετά πάσης προθυμίας, καθ' ημέραν ανακρίνοντες τας γραφάς ει έχοι ταύτα ούτως. Πολλοί μεν ουν εξ αυτών επίστευσαν και των Ελληνίδων γυναικών των ευσχημόνων και ανδρών ουκ ολίγοι»[1]. Είναι μεγάλη τιμή και προνόμιο για την πρώτη χριστιανική κοινότητα της Βεροίας να επαινείται από το θεόπνευστο κείμενο των Πράξεων για την ευγένεια και προθυμία των μελών της. Ήταν η πρώτη καλή απαρχή που προδιέγραψε το χριστια­νικό μέλλον της πόλεως, μέλλον λαμπρό και καρποφόρο, όπως αποδει­κνύει η ιστορία της πόλεως, ιδιαίτερα όμως οι πολυπληθείς ναοί, που της προσέδωσαν χαρακτήρα και γνωρίσματα ιεράς χριστιανικής πόλεως. Υπήρχαν στην πόλη περισσότερες από εβδομήντα εκκλησίες, οι όποιες δικαίως έδωσαν στην Βέροια το όνομα «Ιερουσαλήμ της Ελλάδος»[2]. 
Η παραμονή του αποστόλου Παύλου στη Βέροια ήταν σύντομη. Περισσότερο έμειναν οι δύο συνεργάτες του Σίλας και Τιμόθεος, οι οποίοι ασφαλώς βοήθησαν στην οργάνωση της πρώτης χριστιανικής κοινότητος και στην διάδοση του Χριστιανισμού στις γύρω πόλεις της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας. Η καρποφορία του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου στη Βέροια και η σημασία της πόλεως για την ιστορία και πορεία της πρώτης χριστιανικής εκκλησίας καταδεικνύον­ται και εκ του ότι μεταξύ των μαθητών του μεγάλου Αποστόλου συγ­καταλέγεται και ένας Βεροιεύς, ο άγιος Σώπατρος ή Σωσίπατρος, μνη­μονευόμενος δύο φορές μέσα στην Κ. Διαθήκη[3], καθώς επίσης και εκ του ότι ως πρώτοι επίσκοποι της πόλεως θεωρούνται κατά σειράν δύο μαθηταί του αποστόλου Παύλου, οι Κάρπος και Ονήσιμος. Αποτελεί λοιπόν μεγάλη τιμή για την πόλη αυτός ο δεσμός της με τα θεόπνευστα κείμενα της Κ. Διαθήκης. Η πόλη ετίμησε και τιμά τον Απόστο­λο κατ' αρχήν με την αφιέρωση μεγάλου ναού στους δύο κορυφαίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, ο οποίος χρησιμοποιείται ως μητροπολιτικός ναός μετά την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα, κατόπιν δε με την οργάνωση λαμπρών εκδηλώσεων από το 1952 και εξής, με επίκεντρο το μεγαλόπρεπο προσκύνημα που κτίσθηκε πριν από μερικές δεκαε­τίες στον χώρο, όπου κατά την παράδοση εκήρυξε ο απόστολος Παύλος, το γνωστό ως «Βήμα του Αποστόλου Παύλου». 
Κατά την διάρκεια της μετέπειτα χριστιανικής της ζωής η Βέροια συνδέθηκε με πλήθος μεγάλων αγίων και λογίων, με τους οποίους έχει ασχοληθή και η παλαιότερη και η σύγχρονη ιστορική και αγιολογική έρευνα, και μάλιστα η τοπική, που την εκπροσωπούν επάξια δύο επίλε­κτα μέλη της που παρίστανται ανάμεσα μας, οι Γ. Χιονίδης, εκ των πρωτεργατών της παρούσης επιστημονικής συνάξεως, και Π. Πυρινός, του οποίου θα ακούσουμε σε λίγο την ενδιαφέρουσα εισήγηση. Ο Γ. Χιονίδης στην «Ιστορία της Βεροίας» αριθμεί στο κεφάλαιο για την προσωπογραφία της πόλεως εξήντα ονόματα κρατικών αξιωματούχων και λογίων της βυζαντινής εποχής· συνθέτοντας τον επισκοπικό κατά­λογο αναφέρει δεκαοκτώ επισκόπους, εννοείται μέχρι την Τουρκοκρατία, στο κεφάλαιο δε για τους αγίους και οσίους μνημονεύει την αγία Ιερου­σαλήμ μετά των τέκνων της, τον όσιο Γρηγόριο Παλαμά, τον όσιο Αθα­νάσιο των Μετεώρων, ενώ είναι γνωστό ότι με την πόλη και την περιο­χή της συνδέονται και άλλοι άγιοι της εποχής της Τουρκοκρατίας, ό­πως ο άγιος Θεωνάς, ο άγιος Διονύσιος Ολύμπου, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, όπως και ο άγιος Θεοφάνης ο Νέος από τους βυζαντινούς χρόνους (14ος αι.).
 
Μνημονεύεται λοιπόν και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς μεταξύ των προσώπων που συνδέονται με τη Βέροια. Η ιδική μου εισήγηση θα προσπαθήσει να δείξει ότι ο άγιος Γρηγόριος δεν είναι απλώς ένας από τους λογίους, τους θεολόγους και τους αγίους, αλλά κορυφαίος μεταξύ αυτών, όπως κορυφαίος μεταξύ των Αποστόλων είναι ο από­στολος Παύλος· κορυφαίος, όχι μόνο μεταξύ των προσώπων που συν­δέονται με την Βέροια, αλλά μεταξύ όλων των θεολόγων και άγιων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, συγκορυφαίος των μεγάλων πατερικών μορφών. Ανάλογη γι' αυτό πρέπει να είναι και η τιμή και η προσοχή της Βεροίας και των Βεροιέων προς τη μεγάλη αυτή μορφή της Ορθο­δόξου Εκκλησίας. 
Μέχρι τον 9ο αιώνα παρουσιάζονται μεγάλες μορφές αγίων και πατέρων που βάζουν την σφραγίδα τους και κυριαρχούν σε κάθε εποχή με τους θεολογικούς τους αγώνες και την αγιοσύνη τους· τον δεύτερο αιώνα οι άγιοι Ιγνάτιος, Πολύκαρπος και Ειρηναίος, τον τρίτο αιώνα ο άγιος Γρηγόριος Νεοκαισαρείας και ο άγιος Μεθόδιος Ολύμπου· οι μεγάλοι θεολόγοι του αιώνος αυτού Κλήμης και Ωριγένης δεν είναι Άγιοι και Πατέρες· τον τέταρτο αιώνα πλήθος μεγάλων Αγίων: Αθανάσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Ιωάννης Χρυσόστομος· τον πέμπτο αιώνα ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας· τον έκτο αιώνα ο Λεόντιος Βυζάντιος και ο Αναστάσιος Σιναΐτης· τον έβδομο Μάξιμος ο Ομολογητής· τον όγδοο Ιωάννης ο Δαμασκηνός· τον ένατο ο Μέγας Φώτιος. Στους μετά ταύτα αιώνες δεν έπαυσε η Εκκλησία να αναδεικνύει πλήθος Αγίων και μεγάλων θεολό­γων μέχρι των ημερών μας. Αξιολογώντας λοιπόν κανείς τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ημπορεί αδίστακτα να ισχυρισθεί ότι είναι ισοστάσιος των μνημονευθέντων Αγίων και Πατέρων, μέχρι και του Μ. Φωτίου[4], ο μεγαλύτερος δε και υπέρτατος όλων των μετά ταύτα μέχρι της εποχής μας. Ενώ δηλαδή κατά την πρώτη χιλιετία πολλοί Άγιοι και Πατέρες συναμιλλώνται και συναγωνίζονται για τα πρωτεία, στη δεύτερη χιλιετία, χωρίς υπερβολή, προβάλλει και ξεχωρίζει κορυφαία, μεταξύ των θεολόγων συγγραφέων και Αγίων, μορφή ο άγιος Γρηγό­ριος Παλαμάς, ο ασκητής του Άγιου Όρους, της Σκήτης της Βεροίας, ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και μέγας υπέρμαχος της ορθο­δόξου διδασκαλίας έναντι των καινοτομιών του εκ Δύσεως μοναχού Βαρλαάμ και των οπαδών του. 
Δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθεί και να εξηγηθεί, για ποιους λόγους η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αλλά και το πάντιμο πρόσωπό του αγνοήθηκαν επί ένα διάστημα από την ιστορική και θεολογική έρευνα ή και πολλές φορές παρεξηγήθηκαν και συκοφαντήθηκαν. Έχουν γραφή αρκετά γύρω από το θέμα αυτό[5]. Αρκεί να γνωρίζουν οι ιστορικοί και θεολόγοι ότι αυτό αποτελεί παρέκκλι­ση από τη σταθερή και μόνιμη εκκλησιαστική συνείδηση και οφείλε­ται σε επιδράσεις που υπέστησαν ελάχιστοι ευτυχώς Έλληνες ερευνηταί από την προκατειλημμένη για λόγους ομολογιακούς δυτική ιστο­ριογραφία και θεολογία, η αρνητική τοποθέτηση της οποίας έναντι του αγίου Γρηγορίου Παλαμά έφθασε μερικές φορές σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Και αυτό δικαιολογείται, η ένταση δηλαδή της αντιδράσε­ως, γιατί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απέτρεψε με την θεολογία και την άγια ζωή του την αφομοίωση της Ορθοδοξίας από τον δυτικό πο­λιτισμό, τον ορθολογισμό, και σχολαστικισμό, του οποίου τις συνα­φείς αιρετικές παρεκκλίσεις παρουσίασε ξεκάθαρα και διεσαφήνισε. Στη σύγκρουση του αγίου Γρηγορίου Παλαμά και του Βαρλαάμ Κολοβρού δεν έχομε σύγκρουση δύο προσώπων, αλλά δύο κόσμων της ορθολογιστικής και ενδοκοσμικής Δύσεως με την αγιοπνευματική Ανατολή, του ανθρωπίνου Διαφωτισμού με τον θείο Φωτισμό.
Ευτυχώς η άτυχης αυτή παρένθεση πέρασε, αποτελεί παρελθόν. Η επάνοδος της Ορθοδόξου θεολογίας στις πατερικές της ρίζες και της πνευματικής ζωής στην οδό των Αγίων και των Πατέρων συνδέεται με άνθηση των παλαμικών σπουδών, ιδιαίτερα στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, και με ζηλευτή κατακολούθηση της πνευματικής ζωής, της συνδεδεμένης με την άσκηση και τη νοερά προσευχή, κατά τη δι­δασκαλία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, όπως ιδιαίτερα αυτό συμβαί­νει σήμερα στο Άγιο Όρος, αλλά και στον κόσμο μεταξύ των λαϊκών. Είναι χαρακτηριστικό, εν προκειμένω, γιατί δείχνει την επάνοδο της πνευματικής ζωής στο δρόμο που εβάδισε και υπέδειξε ο άγιος Γρη­γόριος, περιστατικό από τη ζωή του στη Σκήτη της Βεροίας, όπως μας το αφηγείται ο Θεσσαλονικεύς μεγάλος μαθητής του και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Φιλόθεος Κόκκινος. Το περιστατικό έχει σχέση με το πρόβλημα για το αν πρέπει και οι λαϊκοί στον κόσμο να ασχολούνται με την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, πράγμα που σήμερα είναι αναμφισβήτητο με την επίδραση του Αγίου Όρους, όπως αυτό φαίνεται και εκ του ότι συχνά βλέπει κανείς Χριστιανούς, νέους και νέες, να κρατούν κομβοσχοίνι, αλλά και να είναι γνώστες της νοεράς προσευχής. Σύμφωνα με την διήγηση του αγίου Φιλοθέου στο όρος που είχε αναπτυχθή η Σκήτη υπήρχε σεβάσμιος γέρων ασκητής ονο­μαζόμενος Ιώβ, ο οποίος, ενώ εκτιμούσε κατά τα άλλα τον Γρηγόριο και απήλαυε της διδασκαλίας του, δεν συμφωνούσε με την γνώμη του περί του ότι «πάντα τον από Χριστού καλούμενον οποίου ποτ' αν είη τάγματος την αδιάλειπτον ασκείν δει προσευχήν» και ότι πρέπει «μη τους έξω κόσμου και μοναστάς μόνον, αλλά και άνδρας και γυναίκας και παίδας και σοφούς και ιδιώτας και πάντας ομού ταυτά διδάσκειν ωσαύτως και προς αυτό τούτ' ενάγειν πάση σπουδή». Ο Ιώβ σε σχε­τική συζήτηση αντέδρασε και διεφώνησε, ισχυριζόμενος ότι η αδιά­λειπτη προσευχή είναι μόνο για τους μοναχούς. Όταν όμως επέστρε­ψε στον οικίσκο του, δέχθηκε επίσκεψη αγγέλου, ο οποίος του συνέ­στησε να ακολουθεί και να πείθεται σε όσα λέγει ο ιερός Γρηγόριος, με συνέπεια, μέχρι τέλους της ζωής του ο ευπειθής στην θεία σύστα­ση γέρων, που αποτελούσε και ουράνια επιβεβαίωση της απλανούς διδασκαλίας του Γρηγορίου, να μείνει συνδεδεμένος με αρρήκτους δε­σμούς φιλίας και ομονοίας προς τον μεγάλο διδάσκαλο[6]. 
Ανάμεσα από πολλές μαρτυρίες για το μεγαλείο και την μοναδικό­τητα του προσώπου και του έργου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά θα παραθέσουμε όσα λέγουν ο μαθητής του άγιος Φιλόθεος Κόκκινος και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης. Ο άγιος Φιλόθεος λέγει ότι υπήρξαν πολλοί άγιοι σε διάφορες εποχές που μίλησαν και έγραψαν για επί μέ­ρους θέματα της υψηλής θεολογίας της θεώσεως και της ακτίστου Χάριτος. Κανείς όμως δεν ασχολήθηκε με το σύνολο αυτών των θεμάτων μόνον ο Γρηγόριος συνέθεσε σε θαυμαστή ενότητα και ανέπτυξε και διασάφησε όσα οι παλαιότεροι Πατέρες εδίδαξαν· «Πολλών τίνων και μεγάλων κατά. διαφόρους αιτίας και χρόνους περί των τοιούτων υψηλώς ειπόντων και φιλοσοφησάντων, και των μεν τώδε τω μέρει, των δε εκείνω, των δε τισί, των δε πλείστοις εαυτούς δεδωκότων τω λόγω, τοις πάσι δ' ενός τινός μηδενός των τε προ ημών και των αρχαίων επεξιόντος κατά ταυτά, μόνος ουτοσίν εξ απάντων και μετά πάντας τα πάντων ούτω θαυμαστώς εις εν συνειλοχώς καθωράθη, εκείνα λαμπρώς τε και μετά πολλής της επιστήμης και της ελευθερίας εις πλάτος εξειπών και λογογραφήσας και προσέτι τα διά πείρας υπερφυώς εγνωσμένα συ­νάψας και οιονεί διαλευκάνας και αναπτύξας άπερ κεφαλαιωδώς εκείνοι και κατά σύνοψιν είπον»[7]. Η θέση αυτή του αγίου Φιλοθέου εμφανίζει τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά ως άλλο Δαμασκηνό, εκφραστή των όσων η προηγουμένη πατερική παράδοση διετύπωσε. Δεν ανέ­πτυξε προσωπική διδασκαλία, ο άγιος Γρηγόριος, ούτε εκαινοτόμησε, όπως ισχυρίζονται οι Δυτικοί ερευνηταί. Κανείς από τους Αγίους δεν παραδίδει προσωπική διδασκαλία αλλά γίνονται όλοι κήρυκες και διαγγελείς της διά των αιώνων παραδιδομένης πίστεως. Μόνον οι αιρετικοί διατυπώνουν προσωπικές απόψεις, γι' αυτό και η διδασκα­λία τους χαρακτηρίζεται με το όνομά τους, όπως Αρειανισμός, Νεστοριανισμός κ.τ.λ. Η Δύση θεωρώντας τον άγιο Γρηγόριο ως καινο­τόμο και αιρετικό χαρακτηρίζει την διδασκαλία του ως Παλαμισμό, παρασύρουσα σ' αυτό και ορθοδόξους ερευνητάς. 
Χαρακτηριστική είναι και η γνώμη του αγίου Συμεών Θεσσαλονί­κης, που την παραθέτομε ασχολίαστη: «Ο δε γε ακριβέστερον βουλόμενος εκμαθείν γνώσεται μάλλον αφ' ων εκείνος συνεγράψατο, ος οιάπερ άλλος τις ήλιος τη οικουμένη ανέτειλε τω τότε καιρώ, ικανός αποσοβήσαι λόγω τε και τω βίω πάσαν σκοτόμαιναν αθεΐας. Γρηγόριος ούτος ην ο σοφότατος, ο της Θεσσαλονικέως ύστερον προστάς Εκκλη­σίας και φως μέγα επί λαμπράν λυχνίαν τεθείς, μέγας τε φωστήρ ευσέ­βειας και προ της αρχιερωσύνης δειχθείς»*[8]. 
 
Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η Βέροια 
Με αυτήν την μεγαλειώδη και κορυφαία πατερική μορφή είχε την ευλογία και την τιμή να συνδεθεί η Βέροια, με τη μεγαλύτερη, όπως είπαμε, μετά τον απόστολο Παύλο χριστιανική φυσιογνωμία απ’ όσες συνδέθηκαν με την πόλη αυτή. Ο δεσμός τους δεν ήταν ολιγοήμερος ή ολιγόμηνος, αλλά μακροχρόνιος. Σε ηλικία τριάντα ετών ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αφού επί μία οκταετία είχε ασκηθή πνευματικά στο Άγιο Όρος, όπου είχε καταφύγει από την Κωνσταντινούπολη μαζί με τους αδελφούς του Μακάριο και Θεοδόσιο, και συνοδευόμενος από άλλους δέκα μοναχούς, μέσω Θεσσαλονίκης, όπου παρέμειναν επ' ολίγον και όπου μετά από μερικές δεκαετίες θα επανέλθη ως ποιμενάρχης και αρχιεπίσκοπος, φθάνει στη Βέροια και εγκαθίσταται με τη συνοδεία του στην ήδη υφιστάμενη, όπως φαίνεται, μοναστική παροικία στη Σκήτη του Αλιάκμονος. Υπάρχουν δύο σαφέστατες ιστορικές μαρτυρίες, μία του μαθητού και βιογράφου του, αγίου Φιλοθέου Κόκκινου, ο οποίος αναβιβάζει τα έτη της παραμονής του στη Σκήτη της Βεροίας σε πέντε, και είναι μάλλον ως προς το σημείο αυτό αξιοπιστότερος, ως οικείος και αγαπητός και εκ του σύνεγγυς γνωρίζων, του ετέρου μάρτυ­ρος Ιωάννου του Καντακουζηνού, ο οποίος υπολογίζει τα έτη σε δέκα, μολονότι και αυτός, ως γνωστόν, συνεδέετο φιλικά προς τον άγιο Γρηγό­ριο, δεν είχε όμως την εγγύτητα και αμεσότητα του Φιλοθέου. Γράφει ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος: «Της γαρ Θεσσαλονίκης μετά την χειροτονίαν και τον θείον εκείνον, ήπερ έφην, χρησμόν μικρόν παρελθόντες καν τη γείτονι Βερροία γενόμενοι, το ταύτη παρακείμενον όρος και την εκεί συνισταμένην τότε των μοναζόντων σκήτην εισέρχονται, ένθα δη και φροντιστήριον θείας φιλοσοφίας ο Γρηγόριος συστησάμενος συν δέκα τοις ετέροις και των ίσων σπουδασταίς τε και κοινωνοίς, τον πληρέστατόν φημι και τέλειον αριθμόν, τα της άνω και θείας τελειότητος, ο πλήρης όντως παντός αγαθού, και αύθις φιλοσοφείν άρχεται, τας μεν πέντε της εβδομάδος εκάστης ημέρας αυτός τε μένων απρόιτος και μηδένα των πάντων μηδαμώς εις ομιλίαν παραδεχόμενος, Σαββάτου δε και Κυριακής προς τε την μυστικήν δηλαδή θυσίαν και την των αδελφών προϊών πνευματικήν ομιλίαν και ενωσιν»[9]. Και ο Καντακουζηνός· «Γρηγορίω δε και ταδελφώ εκ πατρός καταλειφθείσιν ορφανοίς ουκ εδόκει δειν έτι πιστεύειν τη ηλικία, αλλ' ετέρω φέροντες υπέταξαν πατρί πνευματικώ, υφ' ώπερ υπέρ οκτώ τελέσαντες έτη, επεί κακείνος τω τήδε απηλλάττετο, προς τη κατά Βέροιαν Σκήτη φροντιστήριον οικοδομήσας ο Γρηγόριος και κατακλείσας εαυτόν πάσαν τε αποθεμένος φροντί­δα γήινον εαυτώ δε μόνω και Θεώ προσαδολεσχών, δέκα διετέλεσεν έτη, πολλά την σάρκα παιδαγωγήσας και υποτάξας τω πνεύματι»[10]. 
Οι δεσμοί του Γρηγορίου με την Βέροια ενισχύθηκαν περισσότερο εντός ολίγου. Οι συμμονάζουσες με την μοναχή επίσης μητέρα του Καλή αδελφές του, Επίχαρις και Θεοδότη, του ανακοινώνουν διά γραμμάτων τον θάνατο της μητρός και τον παρακαλούν να έλθει στην Κωνσταντινούπολη για στηριγμό και καθοδήγηση. Μεταβαίνει πρά­γματι στη βασιλεύουσα με τους δύο κατά σάρκα αδελφούς και συμπαραλαμβάνουν κατά την επιστροφή τους στη Βέροια τις δύο αδελφές τους που τις εγκαθιστούν σε γυναικείο μοναστήρι μέσα στην πόλη, ενώ αυτοί επανέρχονται στη Σκήτη προς συνέχιση των ασκητικών τους αγώνων[11]. Ολόκληρη η οικογένεια του αγίου Γρηγορίου, εκτός των γονέων που μετώκησαν στον ουρανό, τρεις αδελφοί και δύο αδελφές μοναχές βρίσκονται στη Βέροια, τα χώματα της οποίας καθαγιάσθηκαν από την παρουσία τους, πολύ περισσότερο μάλιστα γιατί εντός ολίγου δέχθηκαν και το σκήνωμα της μιας αδελφής, της Επιχάριτος και του αδελφού Μακαρίου, που την ακολούθησε. Είναι πολύ πιθανόν και τα δύο άλλα αδέλφια, ο Θεοδόσιος και η Θεοδότη να παρέμειναν και να εκοιμήθηκαν στη Βέροια, εκτός του Γρηγορίου, ο οποίος εντός ολίγου επανήλθε στο Άγιον Όρος, όπου, κατά θεία παρακίνηση, άφησε πλέον την μόνωση και την σιωπή και επεδόθη στο έργο της διδασκα­λίας των μοναχών και της συγγραφής, για να ακολουθήσουν κατόπιν οι αγώνες του εναντίον του Βαρλαάμ και των οπαδών του και η ανύ­ψωσή του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Θεσσαλονίκης, όπου και απέθανε το 1359 σε ηλικία 63 ετών. 
Δεν θα ασχοληθούμε εδώ περισσότερο με την παραμονή του αγίου Γρηγορίου στη Βέροια και τα συνδεόμενα προς αυτήν θέματα και προβλήματα, γιατί υπάρχει και παλαιότερη σχετική μελέτη του Γ. Χιονίδη[12], αλλά και γιατί θα ακουσθεί και σήμερα στη συνάντησή μας αυτή ειδι­κή εισήγηση του συναδέλφου Β. Φανουργάκη. Θα επισημάνουμε μόνο ότι το πενταετές ή δεκαετές διάστημα των ασκητικών αγώνων του αγίου Γρηγορίου εδώ ήταν ιδιαίτερα αποδοτικό και καρποφόρο και έχει μεγάλη συμμετοχή στην πνευματική ωρίμανση και ολοκλήρωσή του. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος περιγράφει λεπτομερώς τους πόνους της ασκήσεως, διά των οποίων εκαθάρισε και ελέπτυνε το οπτικό της ψυχής και ανήχθη προς το θείον «διά της αδιαλείπτου προσευχής και της αμέσου κατά χάριν του Θεού κοινωνίας τε και ενώσεως». Ήταν γι' αυτό εμφανείς οι καρποί του Πνεύματος, με συνέπεια όχι μόνο οι συνασκητές του αλλά και οι λοιποί ασκούμενοι στο όρος εκείνο, ακόμη δε και οι κάτοικοι της πόλεως να τον έχουν ως πρότυπο αρετής και να τον βλέπουν ως θαυμαστή πνευματική ύπαρξη, σπάνια για εκείνη την εποχή[13]. 
Επιστρέψας μετά τη Βέροια στο Άγιον Όρος εγκαταστάθηκε κοντά στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ζούσε και εδώ εν μονώσει και ησυχία και μόνον τα Σάββατα και τις Κυριακές ερχόταν στο μοναστή­ρι. Μόλις συμπληρώθηκαν δύο έτη από την εγκατάσταση του εδώ, είδε θαυμαστό όραμα που εσήμαινε την πνευματική του υπερπλήρωση και την ανάγκη μεταδόσεως του πνευματικού πλούτου και εις άλλους. Ενώ προσηύχετο κάποια νύχτα, σαν σε όνειρο του εφάνη ότι είχε στα χέρια του σκεύος πλήρες γάλακτος, το οποίο ανέβλυζε μέσα από το σκεύος και χυνόταν έξω από αυτό. Ξαφνικά το γάλα έγινε κρασί εκλεκτό και ευώδες που χυνόταν με αφθονία επάνω στα χέρια και στα ενδύματά του, με συνέπεια να βραχούν και να ευωδιάζουν. Μέσα στην άφατη χαρά και ηδονή που ένοιωσε σ' αυτή την κατάσταση εμφανίστηκε αγγελική μορφή, πλήρης φωτός, που τον ρώτησε γιατί αφήνει να χύ­νεται άδικα το θεϊκό εκείνο ποτό και δεν το μεταδίδει και στους άλλους. Ο Γρηγόριος πρόβαλε ως δικαιολογία την ασθένεια και ακαταλλη­λότητά του για τη διανομή του θείου ποτού και την απουσία προσώπων που ενδιαφέρονται και επιθυμούν να πιούν. Ο λαμπρός εκείνος άνδρας του οράματος είπε ότι, και αν ακόμη δεν υπάρχουν πρόσωπα που ενδια­φέρονται, αυτός πρέπει να μη αμελεί την διανομή και τη μετάδοση αλλά να κάνει το χρέος του, γιατί γνωρίζει την τιμωρία που επιβάλλει ο δεσπότης σε όσους δεν αξιοποιούν τα χαρίσματα και τα τάλαντα που τους εδόθησαν. Το όραμα αυτό διηγήθηκε αργότερα στο φίλο και μα­θητή του Δωρόθεο, τον ένα από τους δύο αδελφούς Βλατήδες ή Βλατάδες, που ίδρυσαν το ομώνυμο μοναστήρι της Θεσσαλονίκης, όταν άρχισε να εκθέτει την δογματική διδασκαλία γύρω από το ησυχαστικό ζήτημα λέγοντας μάλιστα ότι η μεταβολή του γάλακτος σε κρασί εσή­μαινε την μεταβολή της διδασκαλίας του από ηθική σε δογματική· «την από του ηθικού δηλονότι και απλού προς το δογματικόν τε και άνω βεβηκότα τον λόγου μετάθεσιν»[14].
 
 
Ενδεικτικές πτυχές της θαυμαστής διδασκαλίας του
Η θαυμαστή λοιπόν αυτή και αστείρευτη πηγή θεολογίας επλήρωσε την Εκκλησία με την χαριτόβρυτη διδασκαλία της. Και επειδή είναι αδύνατον να παρουσιασθεί όλος αυτός ο πλούτος, που σαγηνεύει όντως και προσφέρει άφατη ηδονή εις όποιον αρχίσει να ενδιαφέρεται για την αξιοποίησή του, ενδεικτικώς μόνο θα παρουσιάσουμε δύο σημαν­τικές πτυχές της πολυποίκιλης διδασκαλίας του σοφωτάτου και θεόπτου αγίου μας.
 
α. Το μεθεκτόν και αμέθεκτον τον Θεού
Η Εκκλησία, ενδιαφερομένη πάντοτε να διασφαλίσει την σωτηρία και την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, κατεδίκασε ως πλάνη και αίρεση κάθε διδασκαλία που προσέβαλε και καταργούσε αυτήν την δυνατότητα. Οι αγώνες των παλαιών μεγάλων αγίων Πατέρων, π.χ. εναντίον του Αρείου και του Μακεδονίου, που ηρνούντο την θεότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος αντιστοίχως, δεν οφειλόταν στην διάθεση και το ενδιαφέρον τους να συζητούν απλώς φιλολογικές ερμη­νείες της  Αγίας Γραφής και θεολογικά θέματα, να δείξουν δηλαδή και αποδείξουν την φιλολογική και θεολογική τους δεινότητα. Στους αγώνες αυτούς υπήρχαν σοβαρότατοι σωτηριολογικοί λόγοι, εκινούντο δηλαδή οι άγιοι Πατέρες από το ενδιαφέρον και τη φροντίδα να πα­ραμείνουν ανοικτοί οι δρόμοι της σωτηρίας και της θεώσεως, που τους έκλειναν οι αιρετικοί με τις πλανεμένες διδασκαλίες τους. Αν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα ήσαν κτίσματα, είχαν τότε και αυτά ανάγκη σωτη­ρίας και θεώσεως, και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να γίνουν όργανα σωτηρίας και αγιασμού για τους ανθρώπους. Μόνον η θεότης τους εξησφάλιξε την θέωση των ανθρώπων «Ει μη Θεός το Πνεύμα το Άγιον, θεωθήτω πρώτον και ούτω θεούτω με τον ομότιμον» κατά την επιγραμματική διατύπωση του αγίου Γρηγορίου Θεολόγου[15]. 
Τα ίδια κίνητρα, σωτηριολογικούς δηλαδή λόγους, είχαν και οι θεολογικοί αγώνες του αγίου Γρηγορίου Παλαμά εναντίον του Καλαβρού Βαρλαάμ και των οπαδών του. Αυτό που εσκανδάλισε τον Βαρλαάμ ήταν ο ισχυρισμός των μοναχών ότι οι καθαροί από τα πάθη δέχονται στις καρδιές τους φωτισμούς και ελλάμψεις, παρουσία δηλαδή θεϊκού φωτός, όπως το φως που κατηύγασε τους μαθητάς κατά την Μεταμόρ­φωση του Χριστού στο όρος Θαβώρ. Τους κατηγόρησε λοιπόν ότι δι­δάσκουν πως η ουσία του Θεού είναι μεθεκτή, όπως εδίδασκαν οι πα­λαιότεροι Μασσαλιανοί. Στην κατηγορία αυτή απήντησε ο άγιος Γρηγόριος ότι το φως που βλέπουν οι άγιοι δεν είναι η ουσία του Θεού, που είναι όντως τελείως υπερβατική και αμέθεκτη και απρόσιτη, αλλά ενέργεια του Θεού, που είναι μεθεκτή και προσιτή. Στο Θεό υπάρχει όχι μόνο η ουσία, αλλά και οι ενέργειες, γιατί ο χριστιανικός Θεός είναι προσωπικός Θεός, δεν είναι ανενέργητη και κλεισμένη στον εαυ­τό της ουσία, αλλά ενεργητική και δυναμική. Οι ενέργειες του Θεού εξασφαλίζουν την κοινωνία του Θεού προς τα κτίσματα και έτσι ο αμέθεκτος κατά την ουσία Θεός, γίνεται μεθεκτός με τις ενέργειές του, όπως ήδη είχε διδάξει ο Μ. Βασίλειος, λέγοντας ότι «αι μεν ενέργειαι τον Θεού προς ημάς καταβαίνουσι, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος»[16]. Αυτήν την σταθερή πατερική παράδοση για τη διάκριση ουσίας και ενεργειών στη θεότητα, που επιλύει το δυσχερές όντως θέμα του μεθεκτού και αμεθέκτου του Θεού, προέβαλε και διασαφήνισε ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς έναντι της διδασκαλίας του Βαρλαάμ ότι στο Θεό υπάρχει μόνο η αμέθεκτη ουσία, ενώ οι ενέργειες του Θεού είναι κτι­στές. Προέκυψε έτσι και το πρόβλημα περί του αν η Χάρις είναι κτιστή ή άκτιστη, αν οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές ή άκτιστες, και η συζήτηση περιεστράφη γύρω από το φως της Μεταμορφώσεως για να διευκρινισθεί το κτιστό ή άκτιστο της θείας Χάριτος. Σε πλήρη αντί­θεση προς το σύνολο της πατερικής παραδόσεως ο Βαρλαάμ υπεστήριζε ότι το φως κάθε ελλάμψεως είναι κτιστό και ενδοκοσμικό, αισθητό φως και μάλιστα κατώτερο από το φως της γνώσεως «χείρον νοήσεως»[17]. 
Ακριβώς στο σημείο αυτό των ισχυρισμών του Βαρλαάμ περί του ότι η Χάρις του Θεού είναι κτιστή, οι ενέργειες είναι κτιστές, διέγνω­σε ο άγιος Γρηγόριος την πλάνη και την αίρεση, που ακύρωνε την δυ­νατότητα της σωτηρίας και τοποθετούσε τον Βαρλαάμ στη σειρά των αρχαίων αιρετικών. Γιατί στ' αλήθεια πώς θα σωθεί και θα θεωθεί ο άνθρωπος με κτιστά μέσα, με τις κτιστές ενέργειες του Θεού, που δεν δίνουν την δυνατότητα να κοινωνήσει ο άνθρωπος και να μετάσχει της θεότητος; Με πολλή δύναμη και σαφήνεια θέτει το πρόβλημα αυτό ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, επισημαίνοντας τη μεγάλη ζημία, τον μεγάλο κίνδυνο της αποξενώσεως του ανθρώπου από το Θεό: «Αν δε συ ανέλης το μεταξύ του αμεθέκτου και των μετεχόντων, ω της ζημίας! Διέστησας ημάς Θεού, το συνδούν εκ μέσου ποιησάμενος και χάσμα μέγα και αδιάβατον μεταξύ θέμενος εκείνου και της γενέσεως και δι­οικήσεως των γενητών... Δει δη ζητείν ημάς θεόν έτερον, όντα πως μεθεκτόν, ου μετέχοντες οικείως εαυτού, κατά την της μεθέξεως αναλογίαν όντες και ζώντες και ένθεοι εσόμεθα»[18]. 
Η πνευματική και πολιτιστική τραγωδία της Δύσεως βρίσκεται ακριβώς στην ακύρωση της δυνατότητος να επικοινωνήσει ο άνθρωπος με το Θεό, γι' αυτό και όλα εκεί είναι μικρά και ανθρώπινα, αμέτοχα και άγευστα της ανακαινιζούσης και μεταμορφούσης αγιοπνευματικής εμπειρίας. Ο ορθός λόγος και η επιστήμη, ο ανθρώπινος «Διαφωτισμός» δεν μπορούν, όπως θα δούμε, να αγιοποιήσουν τον άνθρωπο, πολλές φορές μάλιστα τον κάνουν χειρότερο.
 
 
δ. Δυτικός Διαφωτισμός και Ορθόδοξος Φωτισμός#
Άγευστος πράγματι και άπειρος ο Βαρλαάμ της αγιοπνευματικής εμπειρίας, που μεταμορφώνει και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε καινή ύπαρξη, και επηρεασμένος από τον δυτικό Σχολατικισμό και την «Ανα­γέννηση», της οποίας άλλωστε υπήρξε σημαντικός πρωτεργάτης, θέλη­σε να γίνει διδάσκαλος της απάθειας και της τελειότητος προτρέποντας τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την άσκηση και την νοερά εργα­σία της προσευχής και να επιδοθούν στη σπουδή και στη γνώση της φιλοσοφίας και μάλιστα της ελληνικής, γιατί δήθεν μόνον αυτή οδη­γεί στην τελειότητα. Ανησύχησαν με τις θέσεις αυτές μοναχικοί κύκλοι της Θεσσαλονίκης και εζήτησαν την γνώμη και βοήθεια του αγίου Γρηγορίου, προς τον οποίο κάποιος μοναχός διεβίβασε ως εξής τις απόψεις του Βαρλαάμ και των οπαδών του: «Επειδή τοίνυν ήκουσα λεγόντων δειν μεταδιώκειν την έξω σοφίαν και τους μονάζοντας ως άνευ ταύτης ουκ ενόν αγνοίας και ψευδών απαλλαγήναι δοξασμάτων, καν εις απάθειαν αφίκηταί τις άκραν, ουδέ τελειότητας τε και αγιότητος επιλαβέσθαι, ει μή πανταχόθεν το ειδέναι συλλέξει, μάλιστα δε της καθ' Έλληνας παιδείας, Θεού γαρ και αύτη δώρον, των προφήταις και αποστόλοις δεδομένων ομοίως»[19]. 

Ο άγιος Γρηγόριος βεβαιώνει τον ανησυχήσαντα μοναχό ότι μόνον η Χάρις του Θεού δημιουργεί στις καρδιές ασφάλεια και βεβαιότητα. Με τον λόγο δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει, να συλλάβει τα υπέρ λόγον αγαθά. Του συνιστά να απαντήσει στους συνηγόρους των φιλοσό­φων ότι με τις φιλοσοφικές τους αναζητήσεις αυτό που κατακτούν δεν είναι η γνώση αλλά η αγωνία- «ου μάλλον γνώσιν ή αγωνίαν εκ τού­των υμίν αυτοίς περιποιείσθαι, ω βέλτιστοι». Δεν υπάρχει φιλοσοφι­κή άποψη στην οποία να μπορεί κανείς με σιγουριά να στηριχθεί, για­τί σίγουρα κάποιος άλλος φιλόσοφος θα την έχει ανατρέψει, όπως έδει­ξαν οι Έλληνες φιλόσοφοι «διηνεκώς αλλήλους ανατρέποντες και υπ' αλλήλων ανατρεπόμενοι»[20]. Δεν πρέπει να επιτραπεί να εισχωρήσει στην Εκκλησία, όπου υπάρχει άλλη φιλοσοφία, η κατά Χριστόν, η άποψη πως τάχα είναι άναγνοι και ατελείς όσοι δεν γνωρίζουν φιλο­σοφία και επιστήμες. Ο Χριστός, το πρότυπο της χριστιανικής τελειότητος, ήτο εντελώς άπειρος στην ανθρώπινη φιλοσοφία και γνώση. Αν η θύραθεν παιδεία συμβάλλει όντως στην τελειότητα, τότε οι Έλλη­νες σοφοί θα έπρεπε να είναι θεοπτικώτεροι και τελειότεροι των προ­φητών, οι οποίοι εκλήθησαν από το Θεό στο αξίωμα αυτό «εξ αγροικικού βίου». Ο κορυφαίος των προφητών, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, εξ απαλών ονύχων ζούσε στην έρημο, όπου δεν υπάρχουν βέβαια σχο­λεία και πανεπιστήμια. Ασφαλώς, αν ήταν απαραίτητο στοιχείο της τελειότητος η ανθρώπινη σοφία, ο Χριστός δεν θα έλεγε στον πλού­σιο νεανία «ει θέλεις τέλειος είναι, τα υπάρχοντα πώλησον, διάδος πτωχοίς, τον σταυρόν άρον, ακολουθείν εμοί προθυμήθητι» αλλά θα έλεγε «της έξω σοφίας επιλαβού, σπεύσον προς την των μαθημάτων ανάληψιν, περιποίησαι σεαυτώ την επιστήμην των όντων». Θα εδίδασκε γεωμετρία και αστρονομία και τις άλλες επιστήμες, για να διώ­ξει το σκοτάδι της αγνοίας. Δεν θα διάλεγε αγράμματους ψαράδες ως μαθητάς, αλλά σοφούς, ούτε θα εδίδασκε διά του Αποστόλου Παύλου ότι η ανθρώπινη σοφία είναι μωρία. Ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Γρηγόριο, έχασε την αρχέγονη μακαριότητα, γιατί υπέκυψε στον πειρασμό της γνώσεως και δεν αρκέσθηκε στην φυλακή της καρδίας, στην φρού­ρηση, δηλαδή, και καλλιέργεια του συναισθηματικού του κόσμου[21]. 
Όπως τότε έτσι και τώρα και σε κάθε εποχή ο άνθρωπος στρέφε­ται, με υποκίνηση του πονηρού, στην συνεχή καθ' όλην την διάρκεια της ζωής του ενασχόληση με τη γνώση, και δεν μένει έτσι καιρός να ασχοληθεί με την αληθινή παιδεία, που καθαρίζει την ψυχή από τα πάθη. Θεμέλιο και αρχή αυτής της κατά Χριστόν φιλοσοφίας είναι ο φόβος του Θεού, εκ του οποίου γεννάται η συνεχής, η αδιάλειπτη δέη­ση προς τον Θεό και η τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Μετά δε την συμφιλίωση και την καταλλαγή προς τον Θεό, ο αρχικός παιδαγωγι­κός φόβος μεταβάλλεται σε αγάπη, και ο κόπος της προσευχής, αφού μεταβληθεί σε τερπνότητα και ευχαρίστηση, παράγει το άνθος του φωτισμού. Αυτή είναι η αληθινή παιδεία, ο αληθινός ορθόδοξος φωτι­σμός, του οποίου ούτε την αρχή, τον φόβο δηλαδή του Θεού, δεν μπο­ρεί να καταλάβει αυτός που έχει παραδοθή στην αγάπη της ματαίας ανθρωπίνης φιλοσοφίας, του ανθρωπίνου «Διαφωτισμού». Ο νους του ανθρώπου εύκολα σκοτίζεται από τα πάθη και οδηγείται κατόπιν στο ψεύδος[22]. Η μόνη οδός για να βρει κανείς την αλήθεια και να δια­τηρήσει την ανθρώπινη αξία, το κατ' εικόνα, είναι η αποφυγή της αμαρτίας, η τήρηση των εντολών, η καλλιέργεια της αρετής, και η επά­νοδος προς τον Θεό διά της ευχής και της αληθινής θεωρίας. Διότι, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί «καθαρότητος άνευ, καν μάθης την από του Αδάμ μέχρι συντελείας φυσικήν φιλοσοφίαν, μωρός ουδέν ήττον, ότι μη και μάλλον, έση ή σοφός[23]. 
Συνηθίζεται πολύ στα νεώτερα χρόνια της πνευματικής ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, όπου έχει κυριαρχήσει ο κλασικισμός και ο δυ­τικός «Διαφωτισμός» να γίνεται επίκληση του ονόματος των Τριών Ιεραρχών κυρίως, για να δικαιολογηθεί η στροφή στη μελέτη της αρ­χαίας ελληνικής σκέψεως. Ιδιαίτερα μάλιστα γίνεται αναφορά στο έρ­γο του Μ. Βασιλείου Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων. Παραθεωρείται τελείως ότι ο Μ. Βασίλειος δίνει πολύ μι­κρή, προπαιδευτική, προεισαγωγική μόνο αξία στην θύραθεν παιδεία. Η χριστιανική παιδεία στηρίζεται ολοκληρωτικά στην Αγία Γραφή και στη διδασκαλία των Αγίων της Εκκλησίας· αυτά αποτελούν τον κόσμο, το κύριο μέρος της αληθινής σοφίας. Δεν επιτρέπεται επ' ουδενί να μείνει κανείς καθ' όλην την διάρκεια της ζωής του, να γηράσει, στη μάθηση της θύραθεν παιδείας. Πρέπει να ντρέπωνται, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όσοι ισχυρίζονται ότι πρέπει να μελετά κανείς διά βίου την ελληνικής παιδεία, για να φθάσει στην τελειότητα. Ο ίδιος ο Μ. Βασίλειος σε επιστολή του στον Ευστάθιο Σεβαστείας οικτί­ρει τον εαυτό του, γιατί αφιέρωσε πολύ καιρό στη μάθηση της κοσμι­κής φιλοσοφίας· «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανίσας τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά τον Θεού μωρανθείσης σοφίας, επειδή ποτε, ώσπερ εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, κατείδον το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων τον αιώνος των καταργουμένων, πολλά την ελεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ευχόμην δοθήναι μοι τινα χειραγωγίαν»[24]. 
Δεν βοηθάει η γνώση στην καθαρότητα· αντίθετα δημιουργεί το πάθος της υπερηφάνειας, της φυσιώσεως. Μόνον η αγάπη που είναι κορυφή και μεσότης και ρίζα κάθε αρετής βοηθάει στο να αποκτήσει ο άνθρωπος το κατ' εικόνα Θεού. Με την αγάπη και τη Χάρη του Θεού το φυσικό δώρο της γνώσεως μπορεί να μεταβληθεί σε πνευματικό, να γίνει γνώση καινούργια, θεοειδής, αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, μεστή καρπών αγαθών. Αυτή είναι η άνωθεν σοφία, υποταγμένη στη σοφία του Αγίου Πνεύματος, άνευ του οποίου η ανθρώπινη γνώση χαρακτηρίζεται ως κάτωθεν σοφία, ψυχική, δαιμονιώδης, από τον αδελφόθεο Ιάκωβο[25]. 
Ο νους βεβαίως δόθηκε στον άνθρωπο από το Θεό. Σκοτίσθηκε όμως από τα πάθη, απέτυχε να οδηγήσει τον άνθρωπο στο σκοπό κά­θε φιλοσοφικής αναζητήσεως, στην αληθινή θεογνωσία, και παρήγα­γε γι' αυτό την μωρανθείσα σοφία, την ανόητη σοφία, που μόνον το όνομα της σοφίας έχει, χωρίς να είναι αληθινή. Αν οι φιλόσοφοι έχουν πη κάτι καλό, αυτό προέρχεται από παρακούσματα, και οπωσδήποτε δεν έχει το ίδιο νόημα που έχει στο Χριστιανισμό. Διότι εκείνοι δεν έχουν νουν Χριστού, όπως οι Πατέρες· η ομοιότης είναι τελείως εξωτε­ρική, στη φράση μόνον όχι στα νοήματα· «καν τις των Πατέρων τα αυ­τά τοις έξω φθέγγηται, αλλ' επί των ρημάτων μόνον επί δε των νοημά­των πολύ το μεταξύ· νουν γαρ ούτοι, κατά Παύλον έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χείρον, εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται»[26]. 
Η μεγάλη διαφορά, το μεγάλο χάσμα, ανάμεσα στην ανθρώπινη φιλοσοφία και στη θεία σοφία φαίνεται από την καρποφορία τους. Άγονος και άκαρπος η πρώτη δεν μπόρεσε ούτε τους ίδιους τους φι­λοσόφους να ανακαινίσει. Ενώ η σοφία του Αγἰου Πνεύματος απε­δείχθη γονιμωτάτη και πολύτεκνος, διότι μετέθεσε χιλιάδες ανθρώ­πων από το σκότος της αγνοίας στο θαυμαστό φως του Ευαγγελίου. Για τη σωτηρία είναι απαραίτητη μόνο η θεία και όχι η ανθρώπινη σοφία. Χρησιμοποιούμε βέβαια μερικές φορές την κοσμική παιδεία για αποσαφήνιση ερμηνευτική των θείων λόγων, είναι όμως πολύ εύκο­λο να περιπέσουμε σε λάθη, αν δεν έχουμε την μόνη κλείδα κατανοή­σεως των Γραφών, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, και αν δεν καθοδηγούμεθα από τα ίδια τα θεόπνευστα κείμενα[27]. Στο τέλος του πρώ­του λόγου της πρώτης τριάδος παραθέτει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς κείμενα προγενεστέρων Πατέρων της Εκκλησίας, πάνω στα οποία στήριξε την ανάπτυξη των όσων είπε, στη δεύτερη δε τριάδα, στον πρώτο επίσης λόγο, ελέγχει τις σκόπιμες παρερμηνείες ορισμένων πατερικών χωρίων που έκανε ο Βαρλαάμ, για να κατοχυρώσει την με­γάλη του εκτίμηση προς την ελληνική φιλοσοφία.  
Τελειώνοντας τα όσα εν συντομία παραθέσαμε από τις απόψεις του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για την ανθρώπινη φιλοσοφία, δεν πρέ­πει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι την ορθότητα της στάσεώς του απέναντι στο δυτικό Σχολαστικισμό, στον δυτικό «Διαφωτισμό», απέδειξε δύο αιώνες αργότερα το σχίσμα που έγινε μέσα στους κόλπους της Δυτικής Εκκλησίας. Ο Λούθηρος, καλός γνώστης της σχολα­στικής θεολογίας, διέγνωσε ότι ο δυτικός Χριστιανισμός είχε παρεκκλί­νει από την παλαιά εκκλησιαστική παράδοση, είχε νοθεύσει την θεολο­γία και τους εκκλησιαστικούς θεσμούς. Στράφηκε με οξύτητα εναντίον της χρήσεως της φιλοσοφίας στο χώρο της θεολογίας. Η στροφή του προς τον αρχέγονο Χριστιανισμό οφειλόταν στην επιθυμία του να βρει τον γνήσιο, τον προ του Σχολαστικισμού Χριστιανισμό. Η προέλευ­σή του όμως εκ των κόλπων της παπικής εκκλησίας επηρέαζε ασυνείδη­τα την στάση του έναντι της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, που την θεωρούσαν όλοι ως σχισματική. Εάν αντιλαμβανόταν εγκαίρως ότι ήτο η γνήσια κληρονόμος της αρχεγόνου Εκκλησίας και ότι το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δυτικής Εκκλησίας οφειλόταν εν πολ­λοίς εις το ότι η τελευταία εσχολαστικοποίησε, εξελλήνισε τον Χριστια­νισμό, και επιζητούσε συνεννόηση και διάλογο με τους Ορθοδόξους, ίσως σήμερα να ήταν διαφορετική η μορφή του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
 
Επίλογος
Τη μεγαλειώδη μορφή του αγίου Γρηγορίου Παλαμά προσπάθη­σα όσο μπορούσα να παρουσιάσω. Η εκκλησιαστική συνείδηση τον θέλει ισοστάσιο των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, εκφραστή της Πατερικής παραδόσεως, αγωνιστή της Ορθοδόξου διδασκαλίας, φω­τισμένο και ουράνιο άνθρωπο. Η Βέροια είχε την ευλογία να καθαγια­σθεί από την μακροχρόνια παραμονή του στη γνωστή Σκήτη, δεν έχει όμως ακόμη αξιοποιήσει, όσο θα έπρεπε, αυτήν την ευλογία. Η καθιέ­ρωση ιερών ναών στο όνομά του, η ονομασία οδών, η προβολή του ασκηταριού του και η δημιουργία δυνατοτήτων για άνετη προσπέλα­ση σ' αυτό, ώστε να καταστεί πανορθόδοξο προσκύνημα, η επάνδρωση και ενίσχυση της ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, που ήδη έχει αρχί­σει να γίνεται και πρέπει να συνεχισθεί, αποτελούν μερικές προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση. Η σημερινή εκδήλωση επισημαίνει την αφύπνιση του ενδιαφέροντος. Ο Θεός διά πρεσβειών του Αγίου Γρη­γορίου Παλαμά και των άλλων αγίων που συνδέονται με την Βέροια και την περιοχή της θα ευλογήσει τους κόπους και τις προσπάθειες.


[1] Πράξ. 17, 10-12.
[2] Βλ. σχετικώς Γ. Χιονιδη, Σύντομη Ιστορία τον Χριστιανισμού στην περιοχή της Βεροίας, Βέροια 1961, σελ. 65. Του αυτού, Ιστορία της Βεροίας της πόλεως και της περιοχής, τόμος δεύτερος, Βυζαντινοί Χρόνοι, Θεσσαλονίκη 1970, σελ. 172, ε.
[3] Πράξ. 20,4. Ρωμ. 16,21.
[4] Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στον διασωθέντα πρόλογο της ετοιμασθείσης υπ’ αυτού, αλλά δυστυχώς απολεσθείσης, εκδόσεως των έργων του άγιου Γρηγορίου Παλαμά, γράφει σχετικώς: «Και προ πάντων, ων ηκούετο και εωράτο και εγινώσκετο, συν πολλώ τω θαύματι θαυμαζόμενος και θεολόγος τω όντι ενί τινι μηδενί των μεγάλων και περιφανών αποδέων θεολόγων κρινόμενος. Βασιλείου τε, φημί, του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Κυρίλλου και των λοιπών. Ούτως, ενί λόγω φως ων και φως ορών, και εν φωτί ω φύσει πρόσεστιν η πάντων αποκάλυψις, υπό φωτί και εννοεί και λαλεί, και συγγράφει πάντα τα θεουργικά εαυτού φώτα. Ούτω γαρ εγώ καλώ τα εκείνου συγγράμματα, δι’ ων οι γνωστικοί φωταγωγούνται και μεταμορφούνται προς θέωσιν, κατά τον θείον ειπείν Μάξιμον, όσα τε της ηθικής ιδέας έχεται, και όσα της φυσικής, όσα της των γραφών ερμηνείας, και όσα της μυστικής θεολογίας· όσα νηπτικά και όσα αντιρρητικά και ει τι άλλο ώδε εμπεριείληπται»· Εκκλησιαστική Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως, νέα έκδοσις Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών Ι.Μ.Βλατάδων 5 (1883-1884) 98.
[5] Βλ. π.χ. Θ. Ζηςη, Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 74 ε.ε.
[6] Φιλόθεου Κόκκινου, Λόγος εις τον εν αγίοις πατέρα ημών Γρηγόριον, αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης, 29, εν Δ. Τςαμη, Φιλόθεου Κωνσταντινουπόλεως τον Κοκ­κίνου αγιολογικά έργα· α’  Θεσσαλονικείς άγιοι, εκδ. Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 457 ε.
[7] Αυτόθι 51, σελ. 482.
[8] Διάλογος 31, PG 155, 144-145. Ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στον μνημονευθέντα ανωτέρω Πρόλογον μεταξύ πολλών άλλων επαινετικών λόγων λέγει και τα εξής: «Ανήρ ην εκείνος, ει τις και άλλος, πράξεως και θεωρίας εις το εκρότατον εληλακώς. Και τοίνυν απερικτυπήτω και απροΐτω τη κατά τον ιερόν Άθω ησυχία εκδούς εαυ­τόν ο τρισόλβιος και παντός αισθητού και της περί ταύτα τύρβης ανακύψας (ίνα τοις αυτού περί αυτού χρήσωμαι λόγοις) της προς τον εντός άνθρωπον επιστροφής νοεράς και συννεύσεως, μάλλον δε πασών των της ψυχής δυνάμεων προς τον νουν επιστροφής, ο και θαυμαστόν ειπείν, όλος γίνεται και το προσγεγενημένον αυτώ εκ της κάτω περιπλανήσεως ειδεχθέν προσωπείον, διά πένθους απονίψασθαι σπεύδει. Βία τε ισχυρά κατάγχων το πολυπορευτόν της οικείας διανοίας, και το μοναδικόν του νου τριαδικόν ποιών, καίτοι μένον ενιαίον, τη θεαρχική μονάδι συνάπτεται διά προσευχής συνεπτυγμένης και νοεράς. Επί πολύν δε χρόνον εν ταύτη τη καταστάσει διακαρτερών τη γεννητική των απορρήτων και επί πλείον πλύνων εαυτόν, ου τα του πονηρού μόνον αποσμήχει κόμματος, αλλά και παν επίκτητον εκ μέσου ποιείται, καν της χρηστοτέρας ην μοίρας και διανοίας. Υπεραναβάς ουν, κατά τον θείον ειπείν Μάξιμον, μη μόνον παθών αλλά και των περί παθών λόγων, ουδέ φύσεως μόνον, αλλά και των περί αυτήν λόγων, ουδέ πάντων απαξαπλώς των ουκ αφάνταστων νοητών, αλλά και των περί αυτά λόγων, τον ενυπόστατον εν τη καρδία δέχεται της θείας χάριτος φωτισμόν, ουρανόν και ήλιον άλλον και την φύσει συνεπομένην τούτοις σιγήν νοητήν εν εαυτή ευρηκώς»· Εκκλησιαστική Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως 5(1883-1884) 94-95, νέα έκδοσις. Από τις πολλές σύγχρονες μονογραφίες και μελέτες για τον άγιο ξεχωρίζουν η του μονάχου Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς· ο βίος και η θεολογία του, Άγιον Όρος-Θεσσαλονίκη 1976 και η του ιερομόναχου (νυν μητροπολί­του Μαυροβουνίου) Αμφιλοχίου Ράντοβιτς, Το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος κατά τον άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, Θεσσαλονίκη 1973.

[9] Φιλόθεου Κόκκινου, Λόγος… 26, σελ. 54.
[10] Ιωάννου Καντακουζηνού, Ιστοριών, βιβλίον 2,39, Bonnae 1828, σελ. 545. Από τις διατυπώσεις αμφοτέρων των πηγών προκύπτει, ότι ο άγιος Γρηγόριος βρήκε την Σκήτη να υπάρχει, δεν άρχισε αυτός να την δημιουργεί. Και από τις δύο προκύπτει ότι μέσα στην ευρύτερη Σκήτη ο άγιος Γρηγόριος οικοδόμησε το δικό του «φροντι­στήριο». Η διατύπωση μάλιστα του Καντακουζηνού αφήνει την εντύπωση πολύ γνω­στής Σκήτης· «προς τη κατά Βέρροιαν Σκήτη φροντιστήριον οίκοδομήσας ο Γρηγόριος». Ως προς τον χρόνο της συστάσεως της Σκήτης η διατύπωση του άγιου Φιλοθέου, «το ταύτη παρακείμενον όρος και την εκεί συνισταμένην τότε των μοναζόντων σκήτην εισέρχονται» αφήνει την εντύπωση ότι τότε, ολίγον προ της αφίξεως του Αγίου Γρηγο­ρίου, άρχισε να «συνίσταται» η Σκήτη. Μοναχικός βίος στην περιοχή και ασκητήρια μεμονωμένα υπήρχαν μάλλον από παλαιότερα, όπως αυτό προκύπτει και από την πε­ρίπτωση του αγίου Αντωνίου του Νέου, την ζωή του οποίου η έρευνα, ιστορική και αρχαιολογική, τοποθετεί, τώρα πολύ παλαιά, τον 9ο ήδη αιώνα. Φαίνεται ότι ο λόγος που ανάγκασε τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά με την συνοδεία του να φύγουν από το Άγιο Όρος, οι συνεχείς επιθέσεις δηλαδή των Τούρκων, (Φιλόθεου, Λόγος 24,452), συνετέλεσε ώστε ενωρίτερα και άλλοι μοναχοί να φύγουν απ’ εκεί και να ζητήσουν ασφαλέστερο τόπο ησυχίας στο παρακείμενο στον Αλιάκμονα όρος. Δεν υπάρχει πάν­τως καμμία αμφιβολία ότι προϋπήρχε η Σκήτη. Ο άγιος Φιλόθεος στην ίδια συνάφεια που παρουσιάζει την έλευση του αγίου Γρηγορίου στην Σκήτη γράφει ότι τον είχαν ως πρότυπο ζωής όχι μόνο οι μοναχοί της συνοδείας του «αλλά και οι το όρος εκείνο κατ' έρωτα θείας φιλοσοφίας και την πόλιν οικούντες» (Λόγος 26, σελ. 455), στη συνέ­χεια δε μας διηγείται το περιστατικό με τον αββά Ιώβ, ο οποίος ήταν ένας των «πολλών σπουδαίων, των παροικούντων εκείνο το όρος, γηραιός και την ηλικίαν και τον τρό­πον», έξω από την συνοδεία του αγίου Γρηγορίου σε ιδιαίτερο «οικίσκο» (Λόγος 29, 458 ε.).
[11] Φιλοθέου Κόκκινου, Λόγος 27, σελ. 456: «ο δε το μεν παραμένειν τη πατρίδι και αύθις αδύνατον είναι φήσας, το δε και τας αδελφάς συναποδημείν και δυνατόν λογισάμενος και συμφέρον, συν τοις αδελφοίς και ταύτας παραλαβών εις Βέρροιαν υποστρέφει και αύθις. Και τη πόλει ταύτας εγκαταστήσας κακεί της συνήθους αγωγής και της ασκήσεως έχεσθαι και αύθις παρασκευάσας εις το όρος αυτός επανατρέχει και την ασκητικήν αύθις καλύβην».

[12] Γ. Χιονιδη, «Ιστορικά προβλήματα και μνημεία εκ της παραμονής του αγίου Γρηγορίου Παλαμά εις την περιοχήν Βεροίας», Γρηγόριος Παλαμάς 50 (1967) 279-291.
[13] Λόγος 26, σελ. 453.

[14] Λόγος 35-36, σελ. 466 ε.
[15]  Λόγος 34,11-12.
[16] Επιστολή 234,1, PG 32,869 Α'.
[17] PG 151,682-83.
[18]  Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3, 2, 24, Γρηγοριου Παλαμα, Συγγράμματα, τομ. 1, σελ. 676, έκδ. Π. Χρηστου,Θεσσαλονίκη 1962
[19] Αυτόθι 1,1, σελ. 359.
[20] Αυτόθι 1,1,1-2, σελ. 361.
[21] Αυτόθι 1,1,4-6, σελ. 363-367.
[22] Αυτόθι 1,1,3, σελ. 367-368.
[23] Αυτόθι 1,1,3, σελ. 363.
[24] Αυτόθι 1,1, 8-9, σελ. 368-369. Μ. Βασίλειου, Επιστολή 223, PG 32,824 ΑΒ.
[25] Αυτόθι 1,1,9, σελ. 370-371.
[26] Αυτόθι 1,1, 11-12, σελ. 373-375, βλ. και 1,1,19, σελ. 383: «Ούτω τοίνυν και ο των έξω φιλοσόφων νους δόμα θείον, έμφυτον έχων την έμφρονα σοφίαν, παρατραπείς δε ταις υποβολαίς του πονηρού εις μωράν και πονηράν και άνουν, ως προϊσταμένην τοιούτων δογμάτων, μετεποίησε σοφίαν».
[27] Αυτόθι 2,1,4-6, σελ. 468-470.
Περιοδικό Θεοδρομία
Τεύχος 4 - Οκτώβριος Δεκέμβριος 2011

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Όσο ξεχνάμε τον εαυτό μας, τόσο μας θυμάται ό Θεός - Γέροντος Παϊσίου

 

Ὅποιος ἔχει θυσία καί πίστη στόν Θεό, δέν ὑπολογίζει τόν ἑαυτό του. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δέν καλλιεργήση τό πνεῦμα τῆς θυσίας, σκέφτεται μόνον τόν ἑαυτό του καί θέλει ὅλοι νά θυσιάζωνται γι’ αὐτόν. Ἀλλά ὅποιος σκέφτεται μόνον τόν ἑαυτό του, αὐτός απομονώνεται καί ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀπομονώνεται καί ἀπό τόν Θεό - διπλή ἀπομόνωση -, ὁπότε δέν δέχεται θεία Χάρη. Αὐτός εἶναι ἄχρηστος ἄνθρωπος. Καί νά δῆτε, αὐτόν πού σκέφτεται συνέχεια τόν ἑαυτό του, τίς δυσκολίες του κ.λπ., καί ἀνθρωπίνως κανείς δέν θά τοῦ συμπαρασταθῆ σέ μιά ανάγκη. Καλά, θεϊκή συμπαράσταση δέν θά ἔχη, ἀλλά δέν θά ἔχη καί ἀνθρώπινη. Μετά θά προσπαθῆ ἀπό ἐδῶ-ἀπό ἐκεῖ νά βοηθηθῆ. Θά βασανίζεται δηλαδή, γιά νά βοηθηθῆ ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά βοήθεια δέν θά βρίσκη. Ἀντίθετα, ὅποιος δέν σκέφτεται τόν ἑαυτό του, ἀλλά σκέφτεται συνέχεια τούς ἄλλους, μέ τήν καλή έννοια, αὐτόν τόν σκέφτεται συνέχεια ὁ Θεός, καί μετά τόν σκέφτονται καί οἱ ἄλλοι. Ὅσο ξεχνάει τόν ἑαυτό του, τόσο τόν θυμᾶται ὁ Θεός. Νά, μιά ψυχή φιλότιμη μέσα σέ ἕνα Κοινόβιο θυσιάζεται, δίνεται κ.λπ. Αὐτό, νομίζετε, δέν ἔχει πέσει στήν ἀντίληψη τῶν ἄλλων; Μπορεῖ νά μήν τήν σκεφθοῦν οἱ ἄλλοι αὐτήν τήν ψυχή πού δίνεται ὁλόκληρη καί δέν σκέφτεται τόν ἑαυτό της; Μπορεῖ νά μήν τήν σκεφθῆ ό Θεός; Μεγάλη ὑπόθεση! Ἐδῶ βλέπει κανείς τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, πώς ἐργάζεται ὁ Θεός.
Στίς δυσκολίες δίνει ἐξετάσεις ό ἄνθρωπος. Ἐκεῖ φαίνεται ἄν ἔχη πραγματική ἀγάπη, θυσία. Καί ὅταν λέμε ὅτι ἕνας ἔχει θυσία, ἐννοοῦμε ὅτι τήν ὥρα τοῦ κινδύνου δέν ὑπολογίζει τόν ἑαυτό του καί σκέφτεται τούς ἄλλους. Βλέπεις, καί ἡ παροιμία λέει «ὁ καλός φίλος στήν ἀνάγκη φαίνεται». Θεός φυλάξοι, ἄν λ.χ. τώρα ἔπεφταν βόμβες, θά φαινόταν ποιός σκέφτεται τόν ἄλλον καί ποιός σκέφτεται τόν ἑαυτό του. Ὅποιος ὅμως ἔχει μάθει νά σκέφτεται μόνον τόν ἑαυτό του, σέ μιά δυσκολία πάλι τόν ἑαυτό του θά σκέφτεται, καί ό Θεός δέν θά τόν σκέφτεται αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Ὅταν ἀπό τώρα δέν σκέφτεται κανείς τόν ἑαυτό του ἀλλά σκέφτεται τούς ἄλλους, καί στόν κίνδυνο τούς ἄλλους θά σκεφθῆ. Τότε ξεκαθαρίζουν ποιοί ἔχουν πραγματικά θυσία καί ποιοί εἶναι φίλαυτοι.
Ἄν δέν ἀρχίση κανείς νά κάνη ἀπό τώρα καμμιά θυσία, νά θυσιάση μιά ἐπιθυμία, ἕναν ἐγωισμό, πώς θά φθάση νά θυσιάση τήν ζωή του σε μιά δύσκολη στιγμή; "Ἄν τώρα σκέφτεται τόν κόπο καί κοιτάη νά μήν κοπιάση λίγο παραπάνω ἀπό ἕναν ἄλλο σέ μιά δουλειά, πώς θά φθάση στήν κατάσταση νά τρέχη νά σκοτωθῆ αὐτός, γιά νά μή σκοτωθῆ ὁ ἄλλος; Ἄν τώρα γιά μικρά πράγματα σκέφτεται τόν ἑαυτό του, τότε πού θά κινδυνεύη ἡ ζωή του, πώς θά σκεφθῆ τόν ἄλλον; Τότε θά εἶναι πιό δύσκολα. Ἄν ἔρθουν δύσκολα χρόνια καί ἔχη λ.χ. ὁ διπλανός του πυρετό καί τόν δῆ νά πέση στόν δρόμο, θά τόν ἀφήση καί θά φύγη. Θά πῆ: «Νά πάω νά ξαπλώσω, μήν πέσω καί ἐγώ».
Στόν πόλεμο παλεύει ἡ ζωή ἡ δική σου με τήν ζωή τοῦ ἄλλου. Λεβεντιά εἶναι νά τρέχη ό ἕνας νά γλυτώση τόν ἄλλον. Ὅταν δέν ὑπάρχη θυσία, ὁ καθένας πάει νά γλυτώση τόν ἑαυτό του. Καί εἶναι παρατηρημένο· ὅποιος πάει στόν πόλεμο νά ξεφύγη, τόν βρίσκει ἐκεῖ ἡ οβίδα. Πάει δῆθεν νά γλυτώση καί σπάζει τά μούτρα του. Γι' αὐτό νά μήν κοιτάζη κανείς νά ξεφύγη, καί ἰδίως ὅταν αὐτό εἶναι εἰς βάρος τῶν ἄλλων. Θυμᾶμαι ἕνα περιστατικό ἀπό τόν Ἀλβανικό πόλεμο.
Ἕνας στρατιώτης εἶχε μιά πλάκα, γιά νά προστατεύη τό κεφάλι του. Ἐν τῶ μεταξύ χρειάσθηκε νά πάη λίγο πιό πέρα καί τήν ἀκούμπησε κάτω. Πάει ἀμέσως ό διπλανός του καί τήν παίρνει. Σοῦ λέει: «Εὐκαιρία εἶναι, θά τήν πάρω ἐγώ τώρα». Τήν ίδια στιγμή, τάκ, πέφτει ὁ ὅλμος ἐπάνω του, τόν διέλυσε. Αὐτός ἔβλεπε τά πυρά πού ἔπεφταν καί πῆρε τήν πλάκα, γιά νά γλυτώση· δέν ὑπολόγισε τόν ἄλλον πού θά γύριζε πάλι. Σκέφθηκε μόνον τόν ἑαυτό του καί δικαιολόγησε κάπως καί τήν πράξη του: «Ἀφού πῆγε λίγο πιό πέρα ὁ ἄλλος, μπορῶ νά τήν πάρω τήν πλάκα». Ναί, ἔφυγε, ἀλλά ἡ πλάκα ἦταν δική του. Ἕνας ἄλλος, ὅσο συνεχιζόταν ὁ πόλεμος, προσπαθοῦσε νά γλυτώση. Κανέναν δέν ὑπολόγιζε.
Οἱ ἄλλοι βοηθούσαν, αὐτός καθόταν στό σπίτι του. Κοίταζε μέχρι τήν τελευταία ὥρα πού δυσκόλεψαν τά πράγματα νά ξεφύγη. Ἀργότερα, ὅταν εἶχαν ἔρθει οἱ Ἄγγλοι, πῆγε στό στρατόπεδο, παρουσιάσθηκε στόν Ζέρβα καί, ἐπειδή εἶχε καί ἀμερικανική ὑπηκοότητα, βρῆκε εὐκαιρία καί ἔφυγε γιά τήν Ἀμερική. Μόλις ὅμως ἔφθασε ἐκεῖ, πέθανε! Ἡ γυναίκα του ἡ καημένη ἔλεγε: «Πῆγε νά ξεφύγη ἀπό τόν Θεό!». Αὐτός πέθανε, ἐνῶ ἄλλοι πού πήγαν καί στόν πόλεμο ἔζησαν.
Πηγή: Λόγοι Γέροντος Παϊσίου

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

Δια Ευχών των Αγίων…. (βασισμένο σε λόγους του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

          


Φωτο:ponsuke2.s98.xrea.com
Δια Ευχών,  των Αγίων….
( Εμπνευσμένο  απο,  λόγους του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)

Έρωτας Θείος έφλεξε
και πόθος , την καρδία μου
στα τέκνα μου πάλιν να πω,
εγώ την εμπειρία μου…
Χρέος νομίζω αδελφοί-
Πατέρες απ, τη προσευχή,
να πω, τα όσα  ξέρω,
να πάψω πια με τη σιωπή
πλέον ,  να υποφέρω…
Μας τα έδειξε ο καλός Θεός
μέσω, ανθρώπων Άγιων
να οδηγήσουμε ψυχές
μακριά, απ, το ναυάγιο…
Μας έδωσε ο Δημιουργός
Θεοειδή αγχιστεία,
που ζήλευαν οι άγγελοι
αυτή τη θεοδωρεία….
Να ξέρουμε τον προορισμό
και την  καταγωγή μας,
μακράν απ, την επιρροή
ίσως και δούμε προκοπή,
στην άθλια τη ζωή μας…
Όχι να πούμε δια βροντής
στο σπέρμα του διαβόλου,
που εξωθεί το στόχο μας,
σε οδόν του παραλόγου…
Είναι το Όρος το Άγιο,
ο στίβος των τελείων,
που πολεμούν μερόνυκτα
μετά πολλών  δακρύων..
Και  μάχεται ο μοναχός
με ευχή να καθαρίσει,
σώμα – ψυχή και ολοταχώς
τον Κύριο να ακουμπήσει….
Είναι  εδώ  η ομήγυρης
ουράνια πανήγυρης
και ακουμπώ απ το χώμα,
του ουρανού του δώμα..
Ασκηταρειά και σπήλαια
ουράνια προπύλαια,
όπου και να ακουμπήσεις,
δάκρυ θα ψηλαφήσεις….
Πατέρες που έγιναν μεμιάς
Γέροντες μεσ, την νιότη,
και τη σοφία χάρισε
ο Πλάστης, στον  στρατιώτη…
Βλέπω τριγύρω ένα σωρό
Πατέρες ((απ, τον ουρανό))
που φόρεσαν το σώμα
και δόξασαν το πτώμα…..
Μύριους Αγίους προσκαλώ,
Παίσιο παρακαλώ
να έχω την ευχή τους
να ψέλνω,  τη βιωτή τους…
Οσφραίνομαι  την άρρητο
αύρα, απ τον παράδεισο
και η Χάρις, επιμένει
ήρθε και παραμένει……
Με άσκηση και προσευχή
καρδιακή είχαν ευχή
και έγιναν με αγώνα,
φάροι εις τον αιώνα…
Έγινε ο ερημίτης
του ουρανού, μετεωρίτης
φέγγει πλάι , στον καθένα
που επιζητεί , τον Έναν…
Ιωσήφ, ο Ησυχαστής,
τρέξε ευθύς να δροσιστείς,
στο Άγιο Όρος πέρα,
οι ρίζες του ,φοβέρα…
Αμέτρητοι οι αστέρες
που λάμπρυναν τις βέρες,
μέσα σε τόσες ((σφαίρες)),
σήμερα- χθες οι μέρες…..
Εφραίμ  Καντουνακίωτης
ουράνιος στρατιώτης..
Σε όποια Λάβρα, ψάξεις
κάποιος θα υπογράψει,
έχει η Κυρά, προστάξει
αυτό ορίζει η τάξη….
Παίσιος και Πορφύριος ,
Μέγας που είναι ο Κύριος…
Έχει  για τον καθένα
φύλακα και σε εμένα,
στην Μάνδρα του πεδίου
Ιωσήφ Βατοπαιδίου,
να  ψιθυρίζει λόγους ,
να αντιγράφω φθόγγους,
ίσως και πείσω , όλους..
Πόσους πια να μετρήσω,
ποιος είμαι να εξηγήσω,
για τούτο, θα σιωπήσω…

Μνάσων ο Παλαιός Μαθητής

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕΤΑΝΟΙΑ ....


Μετάνοια τώρα, διότι δέν ὑπάρχει καιρός γιά χάσιμο!


Μετάνοια τώρα, 
διότι δέν ὑπάρχει καιρός γιά χάσιμο!

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjKpPZF0oQjNdrW2_PHfoOUipFzvdgNmw_eK9Ie5EUsFMl8IG-4SCj-Cq0WlP7ADhse8mL8rHd9ty0kN7fIBgyH6yBXqCi1wp5F_cpqTRIA18dfPzFXVXnDa3KMfG-elt18RxSU4g_527o/s320/EYXH+edited.jpg



Ἡ ἀναβολή τῆς μετανοίας ὁδηγεῖ στόν θάνατο καί στήν ἀπώλεια.
Διότι ἀφήνοντας τόν καιρό νά κυλᾶ ἀφειδῶς
καί νά ἐξανεμίζεται χωρίς μετάνοια,
ὁ θάνατος πού σίγουρα θά ἔλθει γιά ὅλους,
 θά μᾶς βρεῖ στήν χειρότερη στιγμή, 
δηλαδή σέ κατάσταση κολασμοῦ καί ὄχι σωτηρίας!

Ὅποιος σκορπίζει ἀσυνέτως τό χρῆμα του σέ ἀσωτεῖες καί γλέντια
σέ μία ὥρα ἀνάγκης πού θά τό χρειαστεῖ, θά βρεθεῖ ἀβοήθητος.
Ἔτσι κι ὅποιος ζεῖ ἀμετανόητος ματαίως κι ὀλεθρίως,
στήν κρίσιμη ὥρα τοῦ θανάτου του πού θά χρειαστεῖ μετάνοια
δέν θά ἔχει πιά οὔτε χρόνο γιά αὐτήν!

Ἡ ἁμαρτωλότητά μας δέν ἀποτελεῖ δικαιολογία γιά ἀμετανοησία,
ἀλλά ἀντίθετα,
 ἀποτελεῖ τόν βασικώτερο λόγο καί τήν ἐπιτακτικωτέρα ἀνάγκη
 γιά νά μετανοήσουμε!

Κανείς δέν χάθηκε γιατί ἁμάρτησε,
ἀλλά ὅλοι χάθηκαν ὅσοι δέν μετανόησαν!

Μπορεῖ νά μήν ξέρουμε πότε θά πεθάνουμε,
ἀλλά μποροῦμε νά ἐπιλέξουμε πῶς θά πεθάνουμε:
ζῶντας ἐν μετανοίᾳ ἤ ἐν ἀμετανοησίᾳ! 

Ἡ ζωή μας ὅσα ἀγκάθια καί τριβόλια κι ἄν ἔχει,
 ἀποκτᾶ οὐσία καί γλυκαίνει μόνο μέ τήν μετάνοια!

Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ πανάκεια καί τό βάλσμαμο
κάθε ἁμαρτίας καί κάθε δυσκολίας!

Χωρίς μετάνοια
τά δύσκολα τῆς ζωῆς γίνονται δυσβάσταχτα κι ἀβάσταχτα.
Μέ μετάνοια
τά δύσκολα τῆς ζωῆς γίνονται νάματα ψυχῆς καί σωτήρια!

Δέν γεννηθήκαμε γιά νά πεθάνουμε καί νά μήν ὑπάρξουμε ξανά,
 ἀλλά γιά νά μετανοοῦμε ἕως τελευταίας πνοῆς
 καί νά ἀξιωθοῦμε τῆς μακαρίας κι ἀτελευτήτου ζωῆς!

Ἡ μεγαλυτέρα εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ σ' ἐμᾶς σέ αὐτήν τή ζωή
εἶναι ἡ πολυτέλεια τῆς ἀδιαλείπτου μετανοίας!

Ὁ σαρκικός ἄνθρωπος πεθαίνει μέ τόν ἀμετανόητο καί βλαβερό τρόπο πού ζεῖ!
Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος 
ζεῖ ἐν μετανοίᾳ γιά νά πεθάνει πνευματικῶς ὑγιής
καί νά ἀναστηθεῖ!

Δέν ὑπάρχει κάτι, μά τίποτε ἀπολύτως,
ἀπό τό ὁποῖο δέν μπορεῖ νά μᾶς σηκώσει ὁ ἴδιος ὁ Θεός προσωπικῶς
ἐάν μετανοήσουμε!

 http://eirinizk1970.files.wordpress.com/2012/03/308230_244097672315399_213620955363071_682073_823384792_n.jpg?w=300&h=233

Λέγει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Δαμασκηνός ὁ Στουδίτης, προτρέποντας ἕναν ἕκαστον ἀφ' ἡμῶν νά μετανοήσει καί νά συμφιλιωθεῖ μέ τόν Θεό, πρίν χαθεῖ γιά πάντα ἡ πρόσκαιρη αὐτή ζωή καί μαζί μέ τό φευγειό της καί κάθε εὐκαιρία ἀποκατάστασης καί σωτηρίας στήν αἰώνια ζωή:

 

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Οἱ βασικὲς Χριστολογικὲς διαφορὲς. “Μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη”. Μέρος Δ΄. Μεταφρασμένο και στά Ἀραβικά



 Τό ἑλληνικό κείμενο προέρχεται ἀπό τόν Όρθόδοξο Τύπο ἀρ. φύλ. 1865 4 Φεβρουαρίου 2011 καί ἡ μετάφρασή του στά ἀραβικά ἔγινε ἀπό τόν π. Ἀθανάσιο Χενεῖν.

2. Οἱ βασικὲς Χριστολογικὲς διαφορὲς 

Τὸ ὅτι ὅμως δὲν εὐσταθεῖ ἡ ἄποψη ὅτι συμφώνησαν οἱ Ὀρθόδοξοι μὲ τοὺς Μονοφυσίτες στὸ Χριστολογικὸ δόγμα φαίνεται ἀπὸ τὴν διαφορὰ ἑρμηνείας σὲ μερικὲς χαρακτηριστικὲς χριστολογικὲς φράσεις, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν πυρήνα τῆς διαφορᾶς.
 Στὰ ὅσα θὰ γράψω στὴν συνέχεια θὰ γίνη προσπάθεια νὰ παρουσιασθοῦν ἁπλοποιημένα –ὅσο μπορεῖ νὰ γίνη αὐτὸ– τὰ σημεῖα αὐτά. Καὶ λέγω ὅσο μπορεῖ νὰ γίνη αὐτό, γιατί τὰ δογματικὰ θέματα δὲν ἁπλοποιοῦνται πολύ.

α) “Μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη”

 Ἡ πρώτη φράση, στὴν ὁποία φαίνεται ἡ Χριστολογικὴ διαφορὰ με- ταξὺ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Μονοφυσιτῶν, εἶναι ἡ φράση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: “μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη”.
Οἱ ὅροι φύση καὶ ὑπόσταση στὴν θύραθεν φιλοσοφία ταυτίζονταν ἐννοιολογικά, ἄλλωστε ὁ ὅρος φύση προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα πεφυκέναι καὶ ὁ ὅρος ὑπόσταση προέρ- χεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ὑφεστάναι καὶ δηλώνει τὴν ὕπαρξη. Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια, δηλαδὴ τῆς ὑπάρξεως, τούς χρησιμοποιοῦσαν οἱ Ἀλεξανδρινοὶ Πατέρες.

Οἱ Καππαδόκες, ὅμως, Πατέρες διεχώρισαν τὴν φύση ἀπὸ τὴν ὑπόσταση καὶ ταύτισαν τὴν φύση μὲ τὴν οὐσία, καὶ τὴν ὑπόσταση μὲ τὸ πρόσωπο. Ἔτσι καθόρισαν τὴν ἔκφραση “δύο φύσεις, ἓν πρόσωπον” στὸν Χριστό. Πολλοὶ θεολόγοι παρετήρησαν ὅτι σὲ κείμενα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου ἐναλλάσσονται οἱ ὅροι “φύσις” καὶ “ὑπόστασις” καὶ ὅτι ἄλλοτε χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος “φύσις” ἀντὶ τοῦ ὅρου “ὑπόστασις” καὶ ἄλλοτε χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος “ὑπόστασις” ἀντὶ τοῦ ὅρου “φύσις”. Σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Θεοδώρητο γράφει: “Ἡ φύσις τοῦ Λόγου ἤγουν ἡ ὑπόστασις, ὃ ἐστιν αὐτὸς ὁ Λόγος”.
 Ἐδῶ φαίνεται ὅτι συνδέεται ἡ φύση μὲ τὴν ὑπόσταση καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια φαίνεται ὅτι χρησιμοποιοῦσε καὶ τὴν φράση “μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη”. Δὲν μιλοῦσε ὅμως ποτὲ γιὰ μία οὐσία σεσαρκωμένη.
Ἑπομένως, ὅπως ὑποστηρίζεται, χρη σιμοποιοῦσε τὴν φράση “μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη” μὲ τὴν ἔννοια τῆς μιᾶς ὑποστάσεως τοῦ Λόγου σεσαρκωμένης, ὅπως τὸ λέγει στὴν Τρίτη ἐπιστολή του πρὸς Νεστόριο “ὑποστάσει μιᾷ τῇ τοῦ Λόγου σεσαρκωμένῃ”, προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίση τὴν αἵρεση τοῦ Νεστοριανισμοῦ, ποὺ ὑποστήριζε τὴν ἄποψη ὅτι στὸν Χριστὸ ὑπάρχει ἕνωση τῶν δύο φύσεων–ὑποστάσεων καὶ ὅτι μιὰ τέτοια ἕνωση ἀπετέλεσε τὸ ἕνα πρόσωπο τῆς οἰκονομίας.
 Ὁπότε μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια χρησιμοποιεῖται καταχρηστικῶς ἡ ἐναλλαγὴ φύσεως καὶ ὑποστάσεως, γιὰ νὰ ἀντιμετωπισθῆ ὁ Νεστοριανισμός. Ἄλλωστε ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ὑπόσταση καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀφοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση στὸν Χριστὸ δὲν εἶναι ἀνυπόστατη οὔτε αὐθυπόστατη, ἀλλὰ εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴν θεία φύ ση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται καὶ ἐνυπόστατη.
Βέβαια, ἡ ἐναλλαγὴ αὐτὴ τῶν ὅρων φύσεως καὶ ὑποστάσεως ἀπὸ τὸν Ἅγιο Κύριλλο σὲ μερικὰ χωρία δὲν σημαίνει ὅτι ταυτίζει ἐννοιολογικὰ τοὺς ὅρους φύση καὶ ὑπόσταση, ὅπως ἔκανε ὁ Σεβῆρος, ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τοὺς ὅρους “καταχρηστικῶς”, χωρὶς νὰ ταυτίζη τὴν φύση μὲ τὴν ὑπόσταση ὡς ἔννοιες καὶ ὡς “πράγματα”, ἀλλὰ τὶς θεωροῦσε ὡς ὑπάρξεις.
Μάλιστα ὑπάρχουν μαρτυρίες σύμφωνα μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Ἅγιος Κύριλλος θεωροῦσε ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ φύση καὶ ἄλλο ἡ ὑπόσταση, ὅπως ἐπίσης ὑπάρχουν ἄλλα χωρία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, στὰ ὁποῖα γίνεται λόγος γιὰ δύο φύσεις στὸν Χριστὸ καὶ γιὰ τὴν καθ᾽ ὑπόσταση ἕνωση τῶν δύο φύσεων. Ἄλλωστε αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι στὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο οἱ Πατέρες μελέτησαν τὰ “δώδεκα κεφάλαια” τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας σὲ σχέση μὲ τὸν Τόμο τοῦ Πάπα Λέοντος καὶ διεπίστωσαν τὴν συμφωνία μεταξὺ αὐτῶν.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ προσωπικῶς καὶ Συνοδικῶς, ἑρμήνευσαν σωστὰ τὴν φράση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου “μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη”. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει ὅτι δὲν διαπράττουμε σφάλμα μὲ τὸ νὰ λέμε μὲ αὐτὴν τὴν φράση ἀπόλυτα μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλὰ προχωρεῖ γιὰ νὰ πῆ ὅτι ὁ Ἅγιος Κύριλλος μὲ τὴν φράση “μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη” δὲν δήλωνε οὔτε μόνη τὴν ὑπόσταση, οὔτε τὸ κοινὸ τῶν ὑποστάσεων, “ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν τῇ τοῦ Λόγου ὑποστάσει ὁλικῶς θεωρουμένην”, δηλαδὴ τὴν κοινὴ φύση τῆς θεότητος τὴν ἐνθεωρουμένη στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου.
Δηλαδή, δὲν παραμένει στὴν φράση “μία φύσις”, ἀλλὰ ἐπιμένει στὴν φράση “μία φύσις τοῦ Λόγου”, ποὺ δηλώνει τὴν ἐνυπόστατη οὐσία. Ἐπίσης, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς θεωρεῖ ὅτι μὲ τὴν φράση αὐτὴ ὁ Ἅγιος Κύριλλλος ὁμολογοῦσε περιφραστικῶς τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι μὲ τὴν λέξη “φύσις” ἐννοοῦσε τὴν θεία φύση καὶ μὲ τὴν λέξη “σεσαρκωμένη” ἐννοοῦσε τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ἑπομένως, ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου χρησιμοποιεῖται καὶ ἐναντίον τοῦ Νεστοριανισμοῦ, μὲ τὴν ἔννοια “μία φύσις – ὑπόστασις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη”, γιὰ νὰ ἀποκλεισθοῦν τὰ δύο πρόσωπα ὑποστάσεις στὸν Χριστό, καὶ ἐναντίον τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἑνώσεως τῆς κοινῆς φύσεως μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου, χωρὶς νὰ συμβῆ κράση ἢ σύγχυση ἢ φυρμὸς ἢ τροπή, ἀφοῦ ὅπως γράφει σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Ἰωάννη Ἀντιοχείας, “μένει γὰρ ὃ ἐστιν ἀεὶ καὶ οὐκ ἠλλοίωται, οὐδ᾽ ἂν ἀλλοιωθείη πώποτε καὶ μεταβολῆς ἔσται δεκτική”, καὶ στὴν Β΄ ἐπιστολή του πρὸς Νεστόριον γράφει: “εἷς δὲ ἐξἀμφοὶν Χριστὸς καὶ Υἱός, οὒχ ὡς τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνηρημένης διὰ τὴν ἕνωσιν…”.
Οἱ Μονοφυσίτες ὅμως τὴν φράση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου “μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη” τὴν ἑρμήνευσαν σύμφωνα μὲ τὴν δική τους παράδοση, ποὺ ταυτίζει ἐννοιολογικὰ τὴν φύση μὲ τὴν ὑπόσταση, ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν παράδοση τῶν Καππαδοκῶν Πατέρων καὶ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.
Ἔτσι ὁδηγοῦνται στὴν μία φύση καὶ τὸν Μονοφυσιτισμό. Αὐτὸ τὸ ἀπέκρουε ὁ Ἅγιος Κύριλλος στὰ κείμενά του. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Σεβῆρος “ταυτὸν οἶδεν ἀλλήλαις, ὅρῳ τὲ καὶ λόγῳ τὴν φύσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν” καὶ μάλιστα “κακούργως ταυτὸν εἶναι λέγει τῇ φύσει τὴν ὑπόστασιν…”, ὁ δὲ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς τονίζει ὅτι “τοῦτό ἐστι τὸ ποιοῦν τοῖς αἱρετικοῖς τὴν πλάνην, τὸ ταυτὸν λέγειν τὴν φύσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν”.
Τὸ θέμα αὐτὸ θὰ διασαφηνισθῆ ἀκόμη περισσότερο μὲ τὰ ὅσα θὰ γραφοῦν στὴν συν έχεια, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῆ ὅτι χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ στὴν ἑρμηνεία τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας.

 2 –ما هى الفوارق الخرستولوجية الاساسية بيننا؟
أن الدليل على عدم الوصول الى اتفاق بين الارثوذكس والمونوفيزتيين حول العقيدة الخرستولوجية يظهر من الخلاف على  منهجية التفسير لعبارات خرستولوجية مفصلية والتى تشكل لب وأساس الخلاف .
ان العبارة الاولى التى يظهر فيها الخلاف بين الاباء القديسين والمونوفيزيتيين هى عبارة القديس كيرلس الاسكندرى (طبيعة واحدة لكلمة الله المتجسدةΜία φύσις τού Θεού Λόγου Σεσαρκωμένη). نلاحظ ان هناك تطابق بين التعبيرين طبيعة واقنوم فى الفكر الفلسفى  وذلك لان كلمة طبيعة تأتى من فعل πεφυκέναιيثمر ثمرا وكلمة اقنوم تاتى من فعل يظهر الى الوجود ύφεστάναι. يستخدم أباء الاسكندرية الكلمة بمعنى الوجود بينما ميز الاباء الكبدوك بين الطبيعة والاقنوم  وطابقوا الطبيعة مع الجوهر والاقنوم مع الشخص ولهذا قالوا بطبيعتين فى شخص المسيح الاقنوم الواحد. لاحظ الكثيرون من اللاهوتيين ان القديس كيرلس يستعمل التعبيرين طبيعة Φύσις واقنومΥπόστασις بالتبادل فمرة يطلق على الطبيعة معنى الاقنوم ومرة يطلق عليها معنى الجوهر او الوجود . كتب القديس كيرلس فى رسالته الى ثيؤدوريتوس (ان طبيعة اللوغوس هى الاقنوم والذى هو هو اللوغوس )هنا  يظهر ارتباط الطبيعة بالاقنوم وبهذا المعنى استعمل عبارة طبيعة واحدة للكلمة المتجسدة .لم يتكلم كيرلس اطلاقا عن جوهر متجسد.هذا معناه انه استخدم العبارة طبيعة واحدة للكلمة المتجسدة بمعنى اقنوم الكلمة المتجسد وذلك لمواجهة بدعة نسطور والذى يرى ان فى المسيح يوجد طبيعتان اى اقنومان وان هذه الوحدة تؤلف-عند كبرلس- شخص واحد حسب التدبير بينما عند نسطور تكون شخصان منصلان وبينهما علاقة تماسσυνάφεια.هكذا  استعمل كيرلس التعبيرين لكى يواجه نسطور ولا يجب عزل العبارة الكيرلسية عن سياقها التاربخى واللاهوتى.ان اقنوم كلمة الله قد اتحد بالطبيعة البشرية وذلك لانه لا يمكن ان تكون الطبيعة البشرية فى المسيح بلا قوام وبلا اقنوم ولكنها متحدة بالطبيعة الالهية ولهذا تسمى الطبيعة المتأقنمةΥποστατική Φύσις .ان استعمال القديس كيرلس للتعبيرين بشكل متبادل لا يعنى انه يطابق بينهم بل كما قلنا يستخدمهم تدبيريا لمقاومة نسطور ولم يفعل كيرلس ما فعله ساويرس الانطاكى الذى طابق بين التعبيرين فالقديس كيرلس لم يطابق بينهم كاشياء مختلفة بل كحالة وجود  .هناك شهادات تؤكد ان القديس كيرلس كان يرى ان الاقنوم غير الطبيعة وهناك شهادات من كتابات كيرلس تؤكد كلامه عن وجود طبيعتين فى المسيح وعن الاتحاد الاقنومى بين الطبيعتين .هذا واضح من ان الاباء فى المجمع المسكونى الرابع قد قاموا بدراسة الفصول الاثنى عشر لكيرلس فى علاقتها بطومس لاون وتأكدوا من اتفاق النصين جوهريا.ان اباء الكنيسة قد قاموا سواء على المستوى الشخصى او المستوى المجمعى بالتفسير الصحيح لعبارة كيرلس (طبيعة واحدة لكلمة الله المتجسدة).يقول القديس يوحنا الدمشقى اننا لا نخطئ اذا قلنا ان هذه العبارة تعنى اقنوم واحد ويمضى الى ابعدمن ذلك ليؤكد ان كيرلس بهذه العبارة لا يتكلم عن شئ مشترك بين الطبيعتين بل  يتكلم عن الاقنوم وحده بل يتكلم عن الطبيعة المشتركة للاهوت المتجسد المتواجدة فى اقنوم الكلمة .ان القديس كيرلس الاسكندرى لا يصر على طبيعة واحدة بل ايضا على جوهر واحد ويرى مكسيموس المعترف ان هذه العبارة تعنى الطبيعتين فبكلمة الطبيعة يعنى الطبيعة الالهية وبكلمة المتجسدة يعنى الطبيعة الانسانية.على هذا الاساس نجد ان عبارة كيرلس تستخدم ضد النساطرة بمعنى طبيعة واحدة اى اقنوم واحد للكلمة المتجسد  وذلك لكى يمنع ظهور فكرة الشخصين فى المسيح واستعملها ضد المونوفيزيتيين الاوطاخيين بمعنى اتحاد الطبيعة المشتركة بالطبيعة البشرية فى اقنوم الكلمةبدون ان يحدث اختلاط او امتزاج وذلك كما كتب فى رسالته الى يوحنا الانطاكى (يبقى الذى هو ابدى ولا يتغير  )وفى رسالته ىالى نسطور يؤكد(ان المسيح الابن الوحيد واحد من اثنين ليس بمعنى تناقض الطبائع  والذى زال بالاتحاد بدون امتزاج).
لقد فسر  المونوفيزيتيون عبارة كيرلس حسب تقاليدهم هم والتى تطابق فى المعنى بين الطبيعة والاقنوم وهم هنا يختلفون تماما مع تراث الاباء الكبادوك ومع كيرلس الاسكندرى.هكذا وصلوا الى عقيدة الطبيعة الواحدة والى المونوفيزيتية وهذا ما فنده القديس كيرلس فى كتاباته .القديس مكسيموس المعترف يتهم ساويرس الانطاكى بانه قد خلط بشكل سئ بين معنى الطبيعة والاقنوم ويؤكد القديس يوحنا الدمشقى ان من خلط الطبيعة بالاقنوم هو من عمل الضلال. سوف يتضح هذا الامر اكثر فى السطور التالية ولكننا يجب ان نؤكد 
على ضرورة الحرص الشديد والنباهة اللاهوتية والعلمية عند قرأة نصوص كيرلس الكبير


 Ἀναβάσεις
4η Ὀκτωβρίου 2012